Αγγελοι και Δαίμονες 4°                                               H ΛΙΣΤΑ ΜΟΥ Η ΛΙΣΤΑ ΜΟΥ: Αγγελοι και Δαίμονες 4°

..

Αγγελοι και Δαίμονες 4°

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Η λαϊκή φαντασία πλούτισε σημαντικά τις εκκλησιαστικές παραδόσεις για τους αγγέλους και τους δαίμονες και τίς συγχώνευσε, ώς έναν βαθμό, με τους αρχαίους παγανιστικούς μύθους. Εξάλλου, πολλά από τα δαιμονικά όντα που βρίσκονται έξω από τον κύκλο τών εκκλησιαστικών παραδόσεων αποτελούν άμεσες ή έμμεσες επιβιώσεις τού δεισιδαίμονος κόσμου τού αρχαίου ανθρώπου. Οι άγγελοι και οι δαίμονες εξακολουθούν να ζουν στον νεοελληνικό λαϊκό πολιτισμό.



Οι Αγγελοι

Σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη και πίστη, έργο τού αγγέλου, όπως φανερώνει και το όνομά του, είναι να διαβιβάζει στους ανθρώπους τις βουλήσεις και τις επιταγές τού Θεού: «κατέβηκεν άγγελος Κυρίου από τον ουρανό και τού τό είπε»· «άγγελος να μού τό πει, δεν τό πιστεύω». Την ίδια αποστολή έχει ο άγγελος και στην επίσημη θρησκευτική παράδοση («άγγελος Κυρίου κατ όναρ εφάνη αύτω», Ματθ. α’, 20). Στη λαϊκή πίστη, η λέξη δηλώνει ιδιαιτέρως τον «φύλακα άγγελο», ο οποίος εμφανίζεται πάντοτε στα δεξιά τού πιστού -ο διάβολος εμφανίζεται πάντοτε στ’ αριστερά-, τόν προτρέπει να κάνει πάντοτε το καλό, τόν αποτρέπει από το κακό και, τέλος, φροντίζει να μην τού λείψει τίποτα: «οι νεράιδες θα τόν φτάνανε, αν δεν τις εξόρκιζε με τον άγγελο του» (από κάποια διήγηση)· «μού τό είπε ο άγγελος μου» (για κάποια καλή σκέψη)· «σ’ έστειλε ο άγγελος σου», λέει αυτός που τρώει στον φίλο ή στον ξένο που τυχαίνει να έρθει εκείνη την ώρα- για άνθρωπο εύθυμο και ευτυχισμένο ή αντίθετα για οργισμένο και δύσθυμο, λέγεται ότι «είναι στον καλό ή στον κακό τού άγγελο», ενώ για τον φιλάργυρο ότι «δεν δίνει τ’ αγγέλου τού νερό». Για την προστασία που παρέχουν οι άγγελοι, πρβλ. Π.Δ. Δαν. στ’, 22: «ό Θεός μου απέστειλε τόν άγγελον αύτού και ένέ-Φραξε τά στόματα τών λεόντων».

Υπάρχει, τέλος, ο «ψυχοπομπός άγγελος», ο «χρυσόρραπις Ερμής» τών αρχαίων, ο σημερινός αρχάγγελος Μιχαήλ (ή και ο Γαβριήλ, Ραφαήλ, ή Ουριήλ), ο οποίος κρατά ρομφαία, πιέζει με το γόνατο τον ετοιμοθάνατο στο στήθος και παίρνει την ψυχή του: «ήρθεν ο άγγελος να πάρει την ψυχή του», λέει ο λαός- και γΓ αυτόν που ψυχορραγεί, «τόν χτύπησε ο άγγελος». «Μα τον άγγελο που θα πάρει την ψυχή μου», ορκίζονται.

Αν ο ετοιμοθάνατος είναι δίκαιος, χαμογελά τη στιγμή που ατενίζει τον άγγελο («γελά τού αγγέλου του», «έχει καλόν άγγελο»), γιατί βλέπει ωραίες οπτασίες, παιδιά με λευκή περιβολή και αναμμένες λαμπάδες, χρυσά πουλιά και λευκά περιστέρια. Αντίθετα, οι αμαρτωλοί βλέπουν δύσμορφα και αλλόκοτα πουλιά ή μαύρους δαίμονες και γΓ αυτό θρηνούν και κραυγάζουν και κρύβουν το πρόσωπο τους από φόβο. Έτσι, στους φίλους εύχονται «καλή ψυχή και ήμερον άγγελο», ενώ τους εχθρούς τούς καταριούνται «να δουν μαύρον άγγελο» (τον διάβολο). Για κείνον που έχει πεθάνει συνηθίζουν να λένε πως «παντρεύτηκε τον Μιχαλάκη» (τον αρχάγγελο Μιχαήλ).

Χωρίς αμφιβολία, ο άνθρωπος περνά τρομερές στιγμές, όταν φτάσει στο τέλος τής ζωής του, και προσηλώνοντας το βλέμμα του ψηλά, αντικρίζει με τρόμο τον άγγελο ψυχοπομπό. Ο λαός χρησιμοποιεί μια σειρά από λέξεις, σύνθετες και παράγωγες τής λέξης άγγελος, που δείχνουν με παραστατικό τρόπο πόσο φοβερή είναι εκείνη η ώρα κι από ποια στάδια περνά το ψυχορράγημα. Έτσι ο άνθρωπος που ψυχορραγεί, στην αρχή «αγγελεύει» ή «αγγελο-θωρεί» ή «αγγελοθωριάζει» ή «αγγελοβλέπει» ή «αγ-γελοματιάζει». δηλαδή βλέπει τον άγγελο. Ύστερα τόν «αγγελοφέρνει» και «αγγελοφοριέται». Το πλη-σίασμά του τόν «αγγελοσκιάζει». Κι αρχίζει τότε ο αγώνας, που φέρνει στον νου το εκκλησιαστικό «οίον αγώνα έχει ή ψυχή χωριζόμενη έκ τοϋ σώματος!». Ο άνθρωπος στο κατώφλι τού θανάτου «αγ-γελοπιάνεται» και «αγγελοκρίνεται» για τις πράξεις τής ζωής του. Ο μελλοθάνατος είναι «αγγελογραμ-μένος» στις δέλτους τού θανάτου. Στο τέλος όμως παρα το «αγγελομαχημα» του, «αγγελοχτυπιέται» με τη ρομφαία τού αγγέλου, «αγγελοκόβεται» και «αγγελοσκορπίζεται». Όσοι παρευρίσκονται τις στιγμές αυτές δεν πρέπει να θρηνούν ούτε και να κάνουν θόρυβο όταν κινούνται, γιατί «αγγελοκό-βουν» τον άνθρωπο που ψυχορραγεί, απομακρύνουν, δηλαδή, προσωρινά τον άγγελο και παρατείνουν έτσι το μαρτύριο του μέχρι την επάνοδο τού αγγέλου, που τελικά είναι αναπόφευκτη. Κάποτε ο άγγελος παίρνει τις ψυχές μ’ ένα ξαφνικό κι αποφασιστικό χτύπημα. Έτσι γίνεται, λ.χ.. στην αποπληξία, που ο λαός τή χαρακτηρίζει «αγγελόκρουσμα». «αγ-γελοβάρημα». «αγγελοπετριά». Όταν παραλάβει την ψυχή ο άγγελος, τήν οδηγεί στον ουρανό κι εκεί τή ζυγίζει σε μια ζυγαριά για να κρίνει αν πρέπει να πάει στον παράδεισο ή αν. αντίθετα, τής αξίζει η αιώνια τιμωρία· πρβλ. και Πλάτωνα (Φαίδων, 107 d): «η παράδοση λέει… ότι, όταν κάποιος πεθάνει, ο δαίμονάς του, εκείνος δηλαδή που η τύχη τού έχει ορίσει κατά τη διάρκεια τής ζωής του. αναλαμβάνει να τόν οδηγήσει σε κάποιο τόπο. εκεί όπου. αφού οι ψυχές συναθροιστούν και δικαστούν, πηγαίνουν κατόπιν προς τον Άδη με οδηγό εκείνον, στον οποίο βέβαια έχει δοθεί η εντολή να συνοδεύει τους εδώ στον δρόμο τους εκεί κάτω».

Η δοξασία τού ψυχοπομπού αγγέλου έχει πανάρχαιες ρίζες. Ο Φαίδων Κουκουλές στο έργο του βυζαντινών βίος και πολιτισμός (5, 27) επισημαίνει μια αποκαλυπτική φράση από τις Πράξεις τών Αποστόλων: «παραχρήμα δ έπάταξεν αύτόν άγγελος Κυρίου και εξέψυξεν». Ο Μιχ. Γλυκός (12ος αιώνας), όταν είδε από τη στεριά ένα πλοίο να κινδυνεύει, είπε: «Εσύ λέγεις αϊλοίμονον κι εκεί θωρούν αγγέλους» (κινδυνεύουν να πνιγούν, «βλέπουν τον χάρο με τα μάτια τους»). Βλ. και στα Ερωτοπαίγνια (έκδ. Hesseling-Pernot) στίχ. 667: «ψυχήν, καρδίαν εσέν’ έχω και άγγελον δεν φοβούμαι». Σύμφωνα πάλι με τον Φ. Κουκουλέ (Βυζαντ. βίος 1, 274-5) «λατρευτικού εθίμου κατάλοιπον είναι ότι έπεκαλούντο κατά τους βυζαντινούς χρόνους τό όνομα τού άγγέλου τών ποταμών και τών ύδάτων οι έν καιρώ νυκτός διαβαίνοντες ποταμόν ή πίνοντες ύδωρ».

Οι Δαίμονες

Δαίμονες, δαιμονικά ή δαιμόνια χαρακτηρίζει ο ελληνικός λαός αόριστα και αδιάκριτα όλα τα ποικιλώνυμα κακοποιό πνεύματα που ταλαιπωρούν τον άνθρωπο στον δεισιδαίμονα βίο του. Στη διαμόρφωση τής λαϊκής μυθολογίας περί δαιμόνων και δαιμονικού κόσμου συνέβαλαν δυο παραδόσεις: η χριστιανική και η προχριστιανική. Από τη χριστιανική παράδοση η λαϊκή φαντασία παρέλαβε τον διάβολο. Ο διάβολος, ο οποίος στις σχετικές λαϊκές παραδόσεις αναφέρεται και ως Σατανάς. Πειρασμός, Πονηρός. Καταραμένος, Αφορεσμένος κ.λπ., είναι το πνεύμα τού κακού που αντιμάχεται το πνεύμα τού καλού, δηλαδή τον Θεό. Παρουσιάζεται στον άνθρωπο με διάφορες μορφές και προσπαθεί με τεχνάσματα να τόν εξαπατήσει και να τόν παρασύρει στον δρόμο τής αμαρτίας. Αλλά από τότε που ο Χριστός με την Ανάστασή του συνέτριψε τον αρχι-δαίμονα. ο διάβολος μπορεί εύκολα να γίνει υποχείριο τού ανθρώπου και παρ’ όλη την πονηριά του να εξαπατηθεί από αυτόν (βλ. σχετικές διηγήσεις στις Παραδόσεις. Α’, σελ. 514 κ.εξ. τού Ν. Πολίτη).

Πνεύματα που συγγενεύουν με τον Σατανά θεωρούνται τα φαντάσματα. Τα φαντάσματα, δαιμονικά όντα ή και ψυχές νεκρών (ιδιαίτερα εκείνων που βρήκαν βίαιο θάνατο ή αβάπτιστων νηπίων) παρουσιάζονται τη νύχτα με μορφή ανθρώπου ή ζώου σε διάφορους τόπους, συνήθως σε σταυροδρόμια, κοντά σε μνήματα, χαράδρες, ποταμούς κ.α. Με τον διάβολο επίσης συνδέονται τα αερικά, τα οποία σε πολλούς τόπους τά συγχέουν με τα φαντάσματα ή τις νεράιδες. Τα αερικά, δαίμονες τού αέρα (ο ανεμοστρόβιλος και ο σίφουνας σε πολλά μέρη ονομάζονται αερικά) πιστεύεται ότι προξενούν στον άνθρωπο διάφορες ψυχικές ασθένειες, όπως την επιληψία.

Από την προχριστιανική παράδοση ο λαός παρέλαβε πλήθος δαιμονικά όντα, ανθρωπόμορφα. ζωόμορφα ή υβριδικά. Τα όντα αυτά, στον βαθμό που βρίσκονται έξω από το οικείο σύμπαν τής χριστιανικής θρησκευτικής παραδόσεως, ασκούν τρομακτική επίδραση πάνω στον άνθρωπο. Οι μελετητές τά κατατάσσουν σε δυο κατηγορίες: α) σε αυτά που πιστεύεται ότι δρουν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει μέσα στον χώρο όπου κατοικεί ο άνθρωπος και β) σε εκείνα που η λαϊκή φαντασία τοποθετεί τη δρα-στηριότητά τους έξω από αυτό τον χώρο. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται το στοιχειό (ό.τι περίπου ήταν ο οίκσυρός όφις τών αρχαίων), ο Βα-ρυχνάς (ή Βραχνάς ή Βαρυπνάς ή Μώρα), δαίμονας επίσης και στους αρχαίους με τα ονόματα Εφιάλτης, Πνιγαλίων, Τίφυς, Ηπίαλος. Ωφέλης και Επωφέλης. η Γελλού (ή Γελλώ τών αρχαίων), οι Στρίγγλες και οι Καλικάντζαροι (πιθανότατα οι Κή-ρες τών αρχαίων, δηλαδή οι ψυχές τών νεκρών, για τις οποίες πίστευαν ότι τις μέρες που συμπίπτουν με το τέλος τού σημερινού έτους ανέβαιναν από τον Αδη και συναναστρέφονταν μέσα στα σπίτια με τους ζωντανούς). Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται οι Νεράιδες (απαντώνται και με πλήθος άλλα ονόματα, όπως ανεραΐδες, Καλές Κυράδες, Καλομοίρες, αρχόντισσες και αντιστοιχούν στις Νηρηίδες τών αρχαίων), η Γοργόνα. η μυθική αδελφή τού Μεγ. Αλεξάνδρου (στις σχετικές διηγήσεις έχουν συγχωνευθεί, κατά τον Ν. Πολίτη, οι αρχαίοι μύθοι για τις Σειρήνες, τη Σκύλλα και τις Γοργόνες), οι Αναακελάδες ή Ατζουμπάδες (επιβίωση τής αρχ. Ονοσκελίδος). τα Σμερδάκια ή Χαμοδράκια (στα οποία πιθανότατα επιβιώνει ο αρχαίος θεός Παν), οι Δράκοι, οιΛάμιες (στις διηγήσεις που τίς αφορούν έχουν συγχωνευθεί διάφοροι αρχαίοι μύθοι περί Λάμιας-Εμπούσης. τής Λάμιας τών υδάτων και τών Σειρήνων).

Σε ανάλογες δαιμονικές μορφές προσωποποίησε ο λαός και τις ασθένειες, ιδίως τις επιδημικές. Έτσι η πανούκλα παρουσιάζεται στις λαϊκές παραδόσεις με τη μορφή γριάς, δύσμορφης και μαυρο-φόρας. ή ζώου (γάτας, κουκουβάγιας), ακόμη και ως κόκκινη φωτιά. Σε καθεμιά από τις προσωποποιημένες ασθένειες αντιστοιχούσε και ένας αντίπαλος άγιος ή αγία. Στη χολέρα, λ.χ., η αγία Παρασκευή, στην ευλογιά η αγία Βαρβάρα ή η αγία Μαύρα. στην πανούκλα ο άγιος Χαράλαμπος ή ο άγιος Σπυρίδων, στη θέρμη (ελονοσία) ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος.

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Η χριστιανική αγιογραφία Ανατολής και Δύσης βρήκε στις εκκλησιαστικές παραδόσεις για αγγέλους και δαίμονες ένα πολύ αγαπητό θέμα. Το ίδιο συνέβη και με την κοσμική ζωγραφική, ιδίως από την Αναγέννηση και μετά, στα θέματά της που είχαν θρησκευτικό (ιδίως αποκαλυπτικό) χαρακτήρα.

Οι Αγγελοι

Η χριστιανική αγιογραφία, ήδη από την εποχή τής τέχνης τών κατακομβών, εισήγαγε τις μορφές τών αγγέλων, κατ’ αρχήν σε απεικονίσεις, που είχαν ως θέμα τους περιστατικά τα οποία μνημονεύονταν στην Αγία Γραφή. Οι πρώτοι αυτοί άγγελοι παριστάνονταν χωρίς φτερά. Από τον 4ο όμως αιώνα. υπό την επίδραση τών φτερωτών Νικών τής αρχαίας ελληνικής τέχνης, διαμορφώνεται ο φτερωτός τύπος αγγέλου. Σε γενικές γραμμές ο άγγελος αυτού τού τύπου παριστάνεται ως νέος πτερο-φόρος, ντυμένος στα λευκά, με όμορφα και αρμονικά χαρακτηριστικά και σγουρά μαλλιά, δεμένα με ταινία, που τα άκρα της παριστάνονται να ανεμίζουν. Στο δεξί τού χέρι κρατά σκήπτρο ή κοντάρι (σύμβολο εξουσίας) και στο αριστερό σφαίρα με το μονόγραμμα τού Ιησού Χριστού. Κοντάρι κρατά τη στιγμή τού Ευαγγελισμού και ο αρχάγγελος Γαβριήλ και όχι κρίνο, όπως εισήγαγαν στην τέχνη τών μεταγενέστερων χρόνων αγιογράφοι τής Δυτικής Εκκλησίας. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους οι άγγελοι απεικονίζονται ντυμένοι με μεγαλόπρεπες τελετουργικές στολές, όμοιες με τη στολή τού διακόνου. ενώ στα πόδια φορούν βυζαντινά πέδιλα. Τους εικονογραφικούς τύπους τών αγγέλων περιγράφει η Ερμηνεία τής ζωγραφικής τέχνης Διονυσίου τού εκ Φουρνά (έκδοση Α. Παπαδοπούλου-Κεραμέως. εν Πετρουπόλει 1909. σ. 45) ως εξής: «Τά τάγματα τών άγιων άγγέλων είσίν έννέα κατά τόν άγιον Διονύσιον τόν Αρεοπαγίτην, τά όποια διαιρούνται εις τρεις τάξεις. Η πρώτη τάξις· Θρόνοι, Χερουβίμ, Σεραφίμ. Οί μέν Θρόνοι ίοτορίζονται ώς τροχοί πύρινοι έχοντες γύρωθεν πτερά και μέσον τών πτερύγων έχοντες όμματα, περιπεπλεγμένοι άλλήλοις και σχηματιζόμενοι ώς θρόνος βασιλικός· τά δέ Χερουβίμ μέ κεφαλήν μόνην και δύο πτέρυγας. τά δέ Σεραφίμ μέ έξ πτέρυγας, μέ τάς δύο σκεπάζοντα τά πρόσωπά των και μέ τάς άλλας δύο τούς πόδας και μέ τάς άλλας δύο πετώμενα και βαστάζοντα εις τάς χεϊράς των ριπίδια μέ τοιαύτα γράμματα: «Αγιος «Αγιος «Αγιος. Ούτως εϊδεν αύτά ό προφήτης Ησαΐας (στ’. 1-3). Τά δέ τετράμορφα ίοτορίζονται ούτως. Εξαπτέρυγα μέ στέφανον εις τήν κεφαλήν, έχοντα άγγέλου πρόσωπον και βα-στώντα μέ τά δύο χέρια Ευαγγέλιον έμπροσθεν τού στήθους των και έν μέσω τών δύο πτερύγων τών έπάνω τής κεφαλής των έχοντα άετόν και εις τήν πλαγίαν πτέρυγα, τήν δεξιάν, λέοντα και εις τήν αριστεράν μόσχον, βλέποντας άνω και βαστάζοντας εις τούς πόδας των ευαγγέλια. Ούτως εϊδεν αυτά ό προφήτης Ιεζεκιήλ (α-. 5-13). Η δευτέρα τάξις, ήτις λέγεται διακόσμησις: Κυριότητες, Δυνάμεις. Εξουσίαι. Αύται ίοτορίζονται φορούσαι στιχάρια έως τούς πόδας και εζωομέναι μέ χρυσο-πράσινα οράρια. και εις μέν τά δεξιά των χέρια βα-στάζουσαι ραβδία χρυαά. εις δέ τά αριστερά ταύ-την τήν σφραγίδα (σφραγίδα Θεού ζώντος). Η τρίτη τάξις’ Αρχαί, Αρχάγγελοι. «Αγγελοι. Ούτοι ίοτορίζονται φορούντες στρατιωτικά φορέματα και έζωσμένοι μέ ζώνας χρυσάς και βαστούντες εις τάς χείράς των κοντάρια μέ πελέκεις και λόγχας εις τάς κορυφάς τών κονταριών».

Στην τέχνη τής Δύσης η απεικόνιση τών αγγέλων απαντάται από τον 10ο αιώνα. Σπουδαία έργα με απεικονίσεις αγγέλων συναντώνται ιδιαίτερα κατά τον 15ο αιώνα (με διαπρεπέστερο εκπρόσωπο τον Φρα Αντζέλικο). τον 16ο αιώνα (με τον Ραφαήλ) και τον 17ο αιώνα (με τον Ρέμπραντ). Εντελώς ξεχωριστή θέση στη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση έργων ζωγραφικής με παρόμοια θέματα, κατέχει η περίφημη αναπαράσταση Η συναυλία τών αγγέλων τού Χανς Μέμλινγκ (15ος αιώνας). Το έργο αποτελεί τμήμα τής μεγάλης συνθέσεως τού διάσημου Φλαμονδού ζωγράφου Ο Χριστός περιστοιχιζόμενος από αγγέλους που παίζουν μουσική, η οποία φυλάσσεται στο μουσείο τής Αμβέρσας.

Οι Δαίμονες


Η παράσταση τών κακών πνευμάτων διαδραμάτισε σπουδαιότατο ρόλο στην τέχνη τού μεσαίωνα, ιδιαίτερα στη δυτική Ευρώπη. Στο Βυζάντιο, όπου κυριαρχούσαν οι αρχαίες ελληνικές καλλιτεχνικές παραδόσεις, οι τερατώδεις εμπνεύσεις τής φαντασίας είχαν πολύ περιορισμένες εφαρμογές και οι δαιμονικές απεικονίσεις έπαιρναν συχνά τον δρόμο τού ανθρωπομορφισμού. Έτσι, ο κύριος τού Σκότους, ο Αδης, ο οποίος εικονίζεται στα ψηφιδωτά τής μονής τού Δαφνιού (11ος αιώνας) πεσμένος κάτω από τα πόδια τού -αναστάντος» Χριστού, παριστάνεται ως άνθρωπος, με πρόσωπο αγροίκο, αλλά πάντως υπερήφανο και αγωνιστικό. Συχνά στις μικρογραφίες που συνοδεύουν τα διάφορα χειρόγραφα (ευαγγέλια, βίους αγίων κ.ά.) ο διάβολος παριστάνεται άλλοτε ως πτερωτό πλάσμα (ψυχή) κατά τον τρόπο τής ελληνικής επιτάφιας αγγειογραφίας, άλλοτε πάλι ως ελκυστική γυναίκα, ενσάρκωση τού πειρασμού τών Πατέρων τής ερήμου (άγιος Παχώμιος. άγιος Αντώνιος κ.ά.).

Στη Δύση από τον 11ο αιώνα διαμορφώθηκε μία παράδοση απεικονίσεως τών δαιμονικών όντων με τις πλέον τερατώδεις, ειδεχθείς και εξωανθρώ-πίνες μορφές. Τέτοιες παραστάσεις -συνήθως γλυπτές- συναντά κανείς στα διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη τών μεσαιωνικών εκκλησιών: στα κιονόκρανα. στα τύμπανα (τρίγωνα τού μετωπιδίου), στα στασίδια τών εκκλησιών, στα στόμια τών υδρορρο-ών κ.ά. Οι αρχιτεκτονικές αυτές διακοσμήσεις είχαν αργότερα σημαντική επίδραση στην ανάπτυξη τής εικονογραφίας που αντλούσε θέματα από τον δαιμονικό κόσμο.

Ορισμένα περιστατικά από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, καθώς και ορισμένοι ευσεβείς θρύλοι. βοήθησαν ώστε να δημιουργηθεί με τον καιρό μια καλλιτεχνική παράδοση στην επιλογή και τη μεταχείριση παρόμοιων θεμάτων. Συνηθισμένα θέματα ήταν: η πτώση τών αποστατών αγγέλων (,Αποκάλυψη, τού Α. Ντύρερ, 1498- τοιχογραφίες τού Φρεμινέ στο Φονταινεμπλώ’ ζωγραφική τού Ρούμπενς στο Μόναχο), ο πειρασμός τού Αδάμ και τής Εύας, ο πειρασμός τού Ιώβ, ο πειρασμός τού Χριστού, η κάθοδος τού Χριστού στον Άδη. η μέλλουσα κρίση (πυλώνες τού καθεδρικού ναού τής Ωτέν τού αβαείου τής Κονκ. τών καθεδρικών ναών τής Μπουρζ και τού Παρισιού, έργα τών Στ. Λό-χνερ. Βαν ντε Βάυντεν, τοιχογραφίες τού καθεδρικού ναού τού Αλμπί), οι πειρασμοί τού αγίου Αντωνίου (Μπρέχελ, Σόνγκαουερ. Γκρύνεβαλντ. Καλό. Μπος. Ένσορ). Πρέπει, ακόμη, να μνημονευτούν τα έργα τού Ντύρερ (Ο Ιππότης, Ο Θάνατος και ο Διάβολος), καθώς και οι σκηνές οι εμπνευσμένες από τη μαγεία στα έργα τών Τενιέ. Μπρέχελ (τού νεώτερου), Ρόζα. Γκόγια. Ντελακρουά.

Στην ενότητα μας "Εναλλακτικά" μπορείτε να διαβάσετε τα πάντα γύρω απο τον κόσμο του Εναλλακτικού!


* Αν σας άρεσε το άρθρο κάντε ένα like και κοινοποιήστε το στους φίλους σας!


Planetariumgr.com
maro-samana.com
Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου