Αρχαία Ελλάδα & Αγώνες                                               H ΛΙΣΤΑ ΜΟΥ Η ΛΙΣΤΑ ΜΟΥ: Αρχαία Ελλάδα & Αγώνες

..

Αρχαία Ελλάδα & Αγώνες

(Πηγή: Ολυμπία Βικάτου)

Αρχαία Ολυμπία

Στη δυτική Πελοπόννησο, στην πανέμορφη κοιλάδα του ποταμού Αλφειού, άνθισε το πιο δοξασμένο ιερό της αρχαίας Ελλάδας, που ήταν αφιερωμένο στον πατέρα των θεών, τον Δία.
Απλώνεται στους νοτιοδυτικούς πρόποδες του κατάφυτου Κρονίου λόφου, μεταξύ των ποταμών Αλφειού και Κλαδέου, που ενώνονται σε αυτή την περιοχή. Παρά την απομονωμένη θέση της κοντά στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, η Ολυμπία καθιερώθηκε στο πανελλήνιο ως το σημαντικότερο θρησκευτικό και αθλητικό κέντρο. Εδώ γεννήθηκαν οι σπουδαιότεροι αγώνες της αρχαίας Ελλάδας, οι Ολυμπιακοί, που γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια προς τιμήν του Δία, ένας θεσμός με πανελλήνια ακτινοβολία και λάμψη από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η απαρχή της λατρείας και των μυθικών αναμετρήσεων που έλαβαν χώρα στην Ολυμπία χάνεται στα βάθη των αιώνων. Οι τοπικοί μύθοι σχετικά με τον ισχυρό βασιλιά της περιοχής, τον ξακουστό Πέλοπα, και τον ποτάμιο θεό Αλφειό, φανερώνουν τους ισχυρούς δεσμούς του ιερού τόσο με την Ανατολή όσο και με τη Δύση.


Ο αρχαιολογικός χώρος της Ολυμπίας περιλαμβάνει το Ιερό του Δία, με τους ναούς και τα κτήρια που σχετίζονταν άμεσα με τη λατρεία, και διάφορα οικοδομήματα που είχαν κτιστεί γύρω από αυτό, όπως αθλητικές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνταν για την προετοιμασία και την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, βοηθητικά κτήρια, χρηστικά και διοικητικά, καθώς και οικοδομήματα κοσμικού χαρακτήρα. Η Άλτις, το ιερό άλσος, καταλαμβάνει το κεντρικό τμήμα και μέσα σε αυτή αναπτύσσεται ο πυρήνας του Ιερού, με τους ναούς, τους θησαυρούς και τα σημαντικότερα κτήρια του χώρου. Χωρίζεται από τη γύρω περιοχή με περίβολο, που στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. είχε δύο πύλες στη δυτική πλευρά του και μία στη νότια, ενώ το όριό της στα ανατολικά αποτελεί η Στοά της Ηχούς, που χωρίζει τον ιερό χώρο από το στάδιο. Στη ρωμαϊκή περίοδο ο περίβολος διευρύνθηκε και στη δυτική του πλευρά διαμορφώθηκαν δύο μνημειακά πρόπυλα.

Σε περίοπτη θέση μέσα στον ιερό χώρο δεσπόζει ο γιγάντιος ναός του Δία και βορειότερα ο παλαιότερος ναός της Ήρας. Στη βόρεια πλευρά υπήρχε το Μητρώο, ναός αφιερωμένος στη μητέρα των θεών Ρέα-Κυβέλη, και πίσω του, στους πρόποδες του Κρονίου, οι θησαυροί που είχαν αφιερώσει οι ελληνικές πόλεις, κυρίως οι αποικίες. Στα δυτικά τους σώζεται το Νυμφαίο, το λαμπρό υδραγωγείο που αφιέρωσε στο ιερό ο Ηρώδης Αττικός. Μέσα στην Άλτι υπήρχαν ακόμη το Πελόπιο, ταφικό μνημείο, αφιερωμένο στον ήρωα Πέλοπα, το Πρυτανείο, που ήταν η έδρα των αξιωματούχων του ιερού, και το Φιλιππείο, το κομψό κυκλικό οικοδόμημα που αφιέρωσε ο Φίλιππος Β΄, βασιλιάς της Μακεδονίας. Κατά την αρχαιότητα, στα νοτιοανατολικά του Ηραίου υπήρχε και ο μεγάλος βωμός του Δία, σημαντικότατο μνημείο, που όμως δεν διατηρήθηκαν ίχνη του, γιατί είχε σχηματιστεί από τη συσσώρευση τέφρας, και διαλύθηκε όταν το ιερό σταμάτησε να λειτουργεί. Ο υπόλοιπος χώρος μέσα στον περίβολο ήταν γεμάτος από βωμούς, αγάλματα θεών και ηρώων, ανδριάντες των Ολυμπιονικών, αφιερώματα επιφανών ιδιωτών και ελληνικών πόλεων, ανάμεσά τους και η περίφημη Νίκη του Παιωνίου.

Έξω από το νότιο περίβολο της Άλτεως υπάρχει το Βουλευτήριο, και ακόμη πιο κάτω η Νότια στοά, που αποτελούσε το νοτιότερο κτήριο του ευρύτερου ιερού χώρου και την κύρια είσοδο του ιερού από τη πλευρά αυτή. Στο δυτικό τμήμα του χώρου υπάρχουν κτήρια που εξυπηρετούσαν το προσωπικό του ιερού, τους αθλητές και τους επίσημους επισκέπτες και χωρίζονται από την Άλτι με την ιερά οδό: το γυμνάσιο και η παλαίστρα, χώροι προπόνησης, το εργαστήριο του Φειδία, που στα παλαιοχριστιανικά χρόνια μετατράπηκε σε βασιλική, τα ελληνικά λουτρά με το κολυμβητήριο, οι ρωμαϊκές θέρμες, ο Θεηκολεών, (κατοικία των ιερέων), το Λεωνιδαίο, που ήταν ξενώνας για τους επισήμους, και οι μεταγενέστεροι ρωμαϊκοί ξενώνες.

Ανατολικά της Άλτεως εκτείνεται το στάδιο, όπου τελούνταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Κατά την αρχαιότητα, νότια του σταδίου υπήρχε και ο ιππόδρομος, από τον οποίο σήμερα δεν σώζεται κανένα ίχνος, διότι έχει παρασυρθεί από τον Αλφειό ποταμό. Στην ίδια περιοχή υπάρχουν κτηριακά συγκροτήματα λουτρών και επαύλεων, όπως η περίφημη έπαυλη που έκτισε ο Νέρων όταν διέμενε στην Ολυμπία, προκειμένου να συμμετάσχει στους αγώνες.

Ο μεγαλοπρεπής ναός του Δία ήταν το σημαντικότερο οικοδόμημα της Άλτεως στην Ολυμπία και δέσποζε σε περίοπτη θέση στο κέντρο της. Πρόκειται για το μεγαλύτερο ναό της Πελοποννήσου, ο οποίος θεωρείται η τέλεια έκφραση, ο «κανών? της δωρικής ναοδομίας. Κτίσθηκε από τους Ηλείους προς τιμήν του Δία με τα λάφυρα από τους νικηφόρους πολέμους, που διεξήγαν κατά των τριφυλιακών πόλεων. Η ανέγερσή του άρχισε το 470 π.Χ. και ολοκληρώθηκε το 456 π.Χ. Η χρονολόγηση αυτή προκύπτει από την αναθηματική επιγραφή των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι μετά τη νίκη τους κατά των Αθηναίων και των συμμάχων τους στη μάχη της Τανάγρας (457 π.Χ.), αφιέρωσαν χρυσή ασπίδα, που είχε αναρτηθεί κάτω από το κεντρικό ακρωτήριο του αετώματος. Αρχιτέκτων του ναού ήταν ο Λίβωνας ο Ηλείος, ενώ άγνωστος παραμένει ο καλλιτέχνης των αετωμάτων.
Ο ναός έχει προσανατολισμό Α-Δ και είναι περίπτερος με έξι κίονες στις στενές και δεκατρείς στις μακρές πλευρές. Το ύψος των κιόνων ήταν 10,43 μ. και η κατώτερη διάμετρός τους 2,25 μ. Οι κίονες και οι τοίχοι ήταν κατασκευασμένοι από ντόπιο κογχυλιάτη λίθο και καλυμμένοι με λευκό μαρμαροκονίαμα, ενώ μόνο τα γλυπτά των αετωμάτων, η κεράμωση και οι λεοντοκεφαλές-υδρορρόες ήταν από μάρμαρο. Ο ναός αποτελείται από πρόναο, σηκό και οπισθόδομο. Ο πρόναος και ο οπισθόδομος είναι δίστυλοι εν παραστάσι και στο δάπεδο του προνάου σώζεται ψηφιδωτό δάπεδο ελληνιστικών χρόνων με παράσταση τριτώνων. Μπροστά στην είσοδο του προνάου, σε μικρό τετράγωνο χώρο που είναι στρωμένος με εξαγωνικές μαρμάρινες πλάκες, γινόταν η στέψη των Ολυμπιονικών. Ο σηκός χωρίζεται σε τρία κλίτη από δύο σειρές δίτονης κιονοστοιχίας, με επτά δωρικούς κίονες η καθεμία. Στο βάθος του σηκού ήταν τοποθετημένο το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Κατασκευάσθηκε από το Φειδία γύρω στο 430 π.Χ. και είχε ύψος πάνω από 12 μ. Ο θεός παριστανόταν καθισμένος στο θρόνο του, κρατώντας στο αριστερό χέρι σκήπτρο και στο δεξί μία φτερωτή Νίκη. Τα γυμνά μέρη του σώματός του ήταν από ελεφαντόδοντο, ενώ από χρυσό ήταν το ιμάτιό του και ο θρόνος, που έφερε ανάγλυφες μυθολογικές παραστάσεις. Μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων, το άγαλμα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και καταστράφηκε από φωτιά γύρω στο 475 μ.Χ. Η μορφή του μας είναι γνωστή από απεικονίσεις του σε αρχαία νομίσματα και από την περιγραφή του περιηγητή Παυσανία. Ο ναός έφερε πλούσιο γλυπτό διάκοσμο, εξαίρετο δείγμα του αυστηρού ρυθμού. Στο ανατολικό αέτωμα απεικονίζεται η αρματοδρομία μεταξύ του Πέλοπα και του Οινομάου, με κεντρική μορφή τον Δία, κύριο του ιερού και κριτή του αγώνα, ενώ στο δυτικό απεικονίζεται η Κενταυρομαχία, δηλαδή η μάχη μεταξύ των Λαπιθών και των Κενταύρων, με κεντρική μορφή τον Απόλλωνα. Στις δώδεκα μετόπες, που βρίσκονταν ανά έξι επάνω από την είσοδο του πρόναου και του οπισθόδομου, απεικονίζονται οι άθλοι του Ηρακλή, μυθικού γιου του Δία. Οι εξωτερικές μετόπες της περίστασης του ναού ήταν ακόσμητες. Αργότερα, επάνω σε αυτές αναρτήθηκαν 21 χάλκινες, επίχρυσες ασπίδες, που αφιέρωσε στο ναό ο Ρωμαίος ύπατος Μόμμιος προς τιμήν του Δία, σε ανάμνηση της νίκης του επί των Ελλήνων στον Ισθμό (146 π.Χ.). Το κεντρικό ακρωτήριο του ανατολικού αετώματος ήταν μία επίχρυση Νίκη, έργο του γλύπτη Παιωνίου, ενώ στα πλαϊνά ακρωτήρια είχε τοποθετηθεί από ένας επίχρυσος λέβητας. Ο ναός υπέστη σοβαρή καταστροφή, όταν πυρπολήθηκε ύστερα από διαταγή του Θεοδοσίου Β΄ το 426 μ.Χ., ενώ αργότερα, το 522 και 551 μ.Χ. γκρεμίσθηκε από τους δύο μεγάλους σεισμούς.
Η πρώτη ανασκαφή του μνημείου έγινε το 1829 από τη γαλλική αποστολή και η αποκάλυψή του ολοκληρώθηκε κατά την διάρκεια των γερμανικών ανασκαφών.Ο γλυπτός διάκοσμος έχει αποκατασταθεί σχεδό στο σύνολό του και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας. Τμήματα από τις ανάγλυφες μετόπες βρίσκονται στο Μουσείο του Λούβρου από το 19ο αιώνα, οπότε και μεταφέρθηκαν από τη γαλλική αποστολή του Maison. Πρόσφατα αναστηλώθηκε ο ΒΔ κίονας της περίστασης.

Ο ναός της Ήρας αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα δείγματα μνημειακής ναοδομίας στην Ελλάδα. Ήταν κτισμένος στη βορειοδυτική γωνία του ιερού χώρου της Άλτεως, στους νότιους πρόποδες του Κρονίου λόφου, όπου για την προστασία του κατασκευάσθηκε ισχυρός αναλημματικός τοίχος. Αφιερώθηκε στο ιερό της Ολυμπίας από τους κατοίκους του Σκιλλούντα, αρχαίας πόλης της Ηλείας
εδώ φυλασσόταν ο δίσκος του Ιφίτου, επάνω στον οποίο ήταν γραμμένη η ιερή εκεχειρία, ενώ στον οπισθόδομο βρισκόταν η λάρνακα του Κυψέλου, από ξύλο, χρυσό και ελεφαντόδοντο, διακοσμημένη με μυθολογικές παραστάσεις, καθώς και η τράπεζα του Κολώτη, πάνω στην οποία τοποθετούνταν τα στεφάνια αγριελιάς, με τα οποία στεφάνωναν τους Ολυμπιονίκες

Το βουλευτήριο βρίσκεται νότια του ναού του Δία, έξω από τον ιερό περίβολο της Άλτεως. Είναι από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα κτίσματα του ιερού της Ολυμπίας και είχε άμεση σχέση με τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Ήταν η έδρα της βουλής των Ηλείων, τα μέλη της οποίας είχαν την ευθύνη για τη διοργάνωση των αγώνων, πιθανότατα και των Ελλανοδικών, των κριτών των αγώνων. Εδώ γίνονταν οι καταγραφές των αθλητών, οι κληρώσεις για τη συμμετοχή τους στους αγώνες και οι επίσημες ανακοινώσεις με τα ονόματα των συμμετεχόντων και το πρόγραμμα των αγώνων. Επίσης, εδώ εκδικάζονταν τα παραπτώματα και οι ενστάσεις των αθλητών και αποφασίζονταν οι ποινές τους. Η κατασκευή του βουλευτηρίου άρχισε τον 6ο αι. π.Χ. και ολοκληρώθηκε τον 4ο αι. π.Χ., ενώ μικρές προσθήκες και επεμβάσεις έγιναν και στα ρωμαϊκά χρόνια.
Το οικοδόμημα αποτελείται από δύο επιμήκη αψιδωτά μέρη, που συνδέονται μεταξύ τους με ένα τετράγωνο κτίσμα και μία ιωνική στοά στο ανατολικό τμήμα τους. Περίπου στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. κτίσθηκε η βόρεια αψιδωτή πτέρυγα του κτηρίου (μήκους 30,65 μ. και πλάτους 13,78 μ.), ακολουθώντας το σχέδιο των προϊστορικών αψιδωτών κτισμάτων. Το εσωτερικό της χωριζόταν σε δύο κλίτη από μία σειρά επτά κιόνων. Ένα όμοιο αψιδωτό κτήριο με τις ίδιες διαστάσεις και την ίδια διαρρύθμιση κατασκευάσθηκε νότια του πρώτου, έναν αιώνα αργότερα, τον 5ο αι. π.Χ. Η αψιδωτή απόληξη και των δύο κτηρίων απομονώνεται με τοίχο από το υπόλοιπο συγκρότημα και χωρίζεται σε δύο μικρά δωμάτια, όπου ίσως φυλάσσονταν τα επίσημα αρχεία των Ηλείων με τα ονόματα όλων των ολυμπιονικών. Ανάμεσα στις δύο αψιδωτές κατασκευές κτίσθηκε τετράγωνο οικοδόμημα (μήκος πλευράς 14 μ.), το οποίο κατά πάσα πιθανότητα ήταν υπαίθριο. Μέσα σε αυτό υπήρχε ο βωμός και το άγαλμα του Ορκίου Διός, που ήταν τρομακτικός στην όψη και απεικονιζόταν να κρατάει κεραυνούς στα χέρια του. Εδώ οι αθλητές και οι κριτές, πατώντας επάνω σε «τόμια?, δηλαδή γεννητικά όργανα κάπρου, έδιναν πριν από τους αγώνες τον καθιερωμένο ιερό όρκο. Ο περιηγητής Παυσανίας (5.24.9), μας περιγράφει όλη τη διαδικασία: οι αθλητές, οι συγγενείς που τους συνόδευαν και οι γυμναστές τους ορκίζονταν ότι θα τηρήσουν τους κανόνες των αγώνων και θα αγωνισθούν τίμια, χωρίς να διαπράξουν κανένα παράπτωμα. Οι κριτές ορκίζονταν ότι θα κρίνουν δίκαια και δεν θα δωροδοκηθούν. Μάλιστα, σε μία επιγραφή στα πόδια του θεού αναγράφονταν οι κατάρες και οι ποινές για τους επίορκους.
Λίγο αργότερα, τον 4ο αι. π.Χ., κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του συγκροτήματος κτίσθηκε μία ιωνική στοά, αποτελούμενη από 27 κίονες, που συνέδεσε τα τρία κτίσματα του βουλευτηρίου. Μπροστά στη στοά αυτή, πολύ αργότερα, στα ρωμαϊκά χρόνια, προστέθηκαν τρεις δωρικές στοές (βόρεια, ανατολικά και νότια) σχηματίζοντας μία τραπεζιόσχημη αυλή. Σήμερα από το μνημείο σώζονται μόνο τα θεμέλια. Έχουν πραγματοποιηθεί μικρής εκτάσεως αναστηλωτικές εργασίες, ενώ έχουν γίνει δενδροφυτεύσεις γύρω από το μνημείο και στο χώρο ανάμεσα στις δύο αψιδωτές κατασκευές.

Το Πρυτανείο ήταν από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα κτίσματα της Ολυμπίας, αφού αποτελούσε το κέντρο της διοικητικής και πολιτικής ζωής του ιερού και το κέντρο διοίκησης των Ολυμπιακών Αγώνων. Βρίσκεται μέσα στον ιερό περίβολο, ακριβώς στη βορειοδυτική γωνία του, δίπλα στην είσοδο της Άλτεως και απέναντι από το γυμνάσιο. Ήταν η έδρα των πρυτάνεων, αξιωματούχων του ιερού και υπευθύνων για τις θυσίες στους βωμούς των θεών, που γίνονταν μία φορά κάθε μήνα. Ο Παυσανίας (5.15.8) το αναφέρει ως ''Πρυτανείο των Ηλείων''. Η κατασκευή του χρονολογείται στο τέλος του 6ου ή στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. και αρχικά ήταν ένα μικρό οικοδόμημα, το οποίο σταδιακά διευρύνθηκε με τις διάφορες προσθήκες και μετασκευές που δέχθηκε στα μεταγενέστερα χρόνια.
Το κτήριο είναι τετράγωνο, με μήκος πλευράς 32,80 μ. Στο μέσο της νότιας πλευράς του υπάρχει είσοδος, που οδηγεί σε ένα τετράγωνο δωμάτιο στο κέντρο του κτηρίου, με διαστάσεις 6,80 x 6,80 μ. Εδώ υπήρχε η ιερή εστία του Κοινού των Ηλείων, όπου έκαιγε το ''άσβεστον πυρ''. Σύμφωνα με τον Παυσανία η εστία ήταν σχηματισμένη από στάχτη και πάνω σε αυτή έκαιγε φωτιά μέρα και νύχτα. Τη στάχτη αυτή από την εστία τη μετέφεραν στο μεγάλο βωμό του Δία και αυτό συντελούσε στην αύξηση του όγκου του βωμού. Στο πρυτανείο βρισκόταν και το εστιατόριο, όπου οι Ηλείοι παρέθεταν τα επίσημα δείπνα προς τιμήν των Ολυμπιονικών. Η ακριβής θέση του δεν είναι γνωστή, αλλά πιθανόν ήταν στη στοά της δυτικής πλευράς ή στο βόρειο τμήμα του κτηρίου. Επίσης, στο εσωτερικό του πρυτανείου, δεξιά της εισόδου, υπήρχε και βωμός αφιερωμένος στο θεό Πάνα.


Το στάδιο της Ολυμπίας είναι ο χώρος όπου τελούνταν οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες αλλά και τα Ηραία, αγώνες γυναικών προς τιμήν της Ήρας. Βρίσκεται ανατολικά της Άλτεως, ακριβώς έξω από τη βορειοανατολική γωνία του ιερού περιβόλου, αλλά η θέση του δεν ήταν η ίδια στους πρώτους αιώνες τέλεσης των αγώνων. Πριν από τον 6ο αι. π.Χ. το αγώνισμα του σταδίου δρόμου γινόταν σε έναν επίπεδο χώρο, χωρίς κανονικά πρανή, κατά μήκος του ανδήρου των θησαυρών, στα ανατολικά του μεγάλου βωμού του Δία. Κατά την αρχαϊκή εποχή, γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., έγινε η πρώτη διαμόρφωση του σταδίου (στάδιο Ι), που ήταν μία απλή εξομάλυνση του εδάφους στα νότια του Κρονίου λόφου, μέσα στον ιερό χώρο της Άλτεως. Η δυτική στενή πλευρά του σταδίου, η άφεση, ήταν ανοικτή προς το μεγάλο βωμό του Δία, προς τιμήν του οποίου γίνονταν οι αγώνες. Λίγο αργότερα, στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., δημιουργήθηκε το στάδιο ΙΙ. Ο στίβος μεταφέρθηκε ανατολικότερα και επεκτάθηκε και μετά το πέρας του ανδήρου των θησαυρών. Κατά μήκος της νότιας πλευράς διαμορφώθηκε τεχνητό πρανές για τους θεατές, ύψους περίπου 3 μ., ενώ στη βόρεια πλευρά χρησιμοποιήθηκε το φυσικό πρανές στις υπώρειες του Κρονίου λόφου. Στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., όταν οικοδομήθηκε ο μεγάλος ναός του Δία, το στάδιο έλαβε την τελική του μορφή, αυτή που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης (στάδιο ΙΙΙ). Οι αγώνες είχαν πια αποκτήσει μεγάλη αίγλη, οι θεατές ήταν χιλιάδες και οι αθλητές που συμμετείχαν στα αγωνίσματα περισσότεροι από πριν. Οι λόγοι αυτοί ήταν αρκετοί για να αποκτήσει η Ολυμπία ένα μεγαλύτερο στάδιο, το οποίο μετατοπίσθηκε 82 μ. ανατολικότερα και 7 μ. προς τα βόρεια. Ο προσανατολισμός του παρέμεινε ο ίδιος και δημιουργήθηκαν τεχνητά πρανή για τους θεατές σε όλες τις πλευρές του. Στα μέσα περίπου του 4ου αι. π.Χ., με την κατασκευή της στοάς της Ηχούς, το στάδιο απομονώθηκε οριστικά από την ιερά Άλτι, γεγονός που απηχεί το πνεύμα της εποχής, καθώς οι αγώνες είχαν χάσει πλέον τον καθαρά θρησκευτικό τους χαρακτήρα και αποτελούσαν γεγονός περισσότερο αθλητικό και κοσμικό.
Ο στίβος του σταδίου έχει μήκος 212,54 μ. και πλάτος 30 περίπου μ. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο λίθινες βαλβίδες, που σηματοδοτούν τις αφέσεις, είναι 192,27 μ., δηλαδή ένα ολυμπιακό στάδιο ή 600 ολυμπιακά πόδια (1 πους=32,04 εκ.). Στο νότιο πρανές του σταδίου υπάρχει η εξέδρα των Ελλανοδικών και απέναντι, στο βόρειο πρανές, ο βωμός της Δήμητρας Χαμύνης, όπου καθόταν η ιέρεια της θεάς, η μοναδική γυναίκα που επιτρεπόταν να παρακολουθήσει τους αγώνες.
Υπολογίζεται ότι το στάδιο χωρούσε περίπου 45.000 θεατές, ωστόσο δεν απέκτησε ποτέ λίθινα καθίσματα και οι θεατές κάθονταν κατά γης. Ελάχιστα λίθινα καθίσματα υπήρχαν μόνο για τους επισήμους, ενώ στα ρωμαϊκά χρόνια πιθανόν κατασκευάσθηκαν ξύλινα έδρανα στα πρανή (στάδιο IV-V) και έγιναν εργασίες συντήρησης. Γύρω από το στίβο υπήρχε λίθινος αγωγός, με μικρές λεκάνες ανά διαστήματα, όπου συγκεντρώνονταν τα νερά από τα πρανή. Στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. κατασκευάσθηκε η μνημειακή είσοδος του σταδίου, η λεγόμενη Κρυπτή, μία λίθινη καμαροσκεπής στοά μήκους 32 μ., από την οποία έμπαιναν στο στάδιο οι αθλητές. Στα ρωμαϊκά χρόνια, στο δυτικό της άκρο προστέθηκε ένα μνημειακό πρόπυλο. Από την ανασκαφή του χώρου προέρχεται πλήθος ευρημάτων, κυρίως χάλκινων, τα οποία βρέθηκαν μέσα στα φρέατα, που είχαν ανοιχθεί στα πρανή ήδη από την αρχαϊκή εποχή, για να εξασφαλίσουν νερό στους θεατές. Όταν αχρηστεύθηκαν τα φρέατα αυτά, χρησιμοποιήθηκαν ως αποθέτες.
Το στάδιο ερευνήθηκε για πρώτη φορά στις παλαιές γερμανικές ανασκαφές, οπότε αποκαλύφθηκαν τα ακριβή όρια του στίβου, ενώ η πλήρης αποκάλυψη του μνημείου έγινε από τις νεότερες γερμανικές ανασκαφές, την περίοδο 1952-1966. Στις 18/08/2004, το αρχαίο στάδιο της Ολυμπίας ξαναγνώρισε την παλαιά του αίγλη, μετά από 1611 χρόνια αφού φιλοξένησε το αγώνισμα της σφαιροβολίας ανδρών και γυναικών στο πλαίσιο των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Το αρχαίο γυμνάσιο της Ολυμπίας οικοδομήθηκε στον επίπεδο χώρο βορειοδυτικά της Άλτεως, δίπλα στην κοίτη του ποταμού Κλαδέου και ανήκει στο ίδιο συγκρότημα με την παλαίστρα, που βρίσκεται ακριβώς στη συνέχειά του προς νότο. Εξυπηρετούσε τις προπονήσεις των αθλητών στα αγωνίσματα δρόμου και στο πένταθλο, που παλαιότερα γίνονταν στον ίδιο χώρο, αλλά στην ύπαιθρο.
Πρόκειται για μεγάλο περίκλειστο μακρόστενο κτίσμα, με ευρύχωρη αυλή στο κέντρο και δωρικές στοές στις τέσσερις πλευρές του. Στη δυτική πλευρά του πιθανόν υπήρχε μακρά σειρά από δωμάτια, που χρησίμευαν ως καταλύματα των αθλητών. Η ανατολική στοά έχει ερευνηθεί περισσότερο. Αποτελείται από έναν εξωτερικό τοίχο, διπλή εσωτερική δωρική κιονοστοιχία με 66 κίονες και δεύτερη κιονοστοιχία, με 60 κίονες, στην πρόσοψη προς την αυλή. Ο τοίχος είναι κτισμένος με ορθογώνιους πωρόλιθους στο κατώτερο μέρος και εξωτερικά είχε κτιστές αντηρίδες, ενώ η ανωδομή του ήταν από πλίνθους.
Το μήκος της στοάς είναι όσο και το μήκος του ολυμπιακού σταδίου και στο δάπεδό της, στα δύο άκρα, σώζονται δύο αυλακώσεις, όπως και στο στάδιο, που ορίζουν την αφετηρία και το τέρμα. Έτσι, οι αθλητές του δρόμου είχαν ακριβώς την ίδια απόσταση να διανύσουν και στις προπονήσεις τους. Η εσωτερική διπλή κιονοστοιχία χωρίζει κατά μήκος τη στοά σε δύο διαδρόμους. Ο εξωτερικός λεγόταν «ξυστός?, επειδή για τη συντήρησή του έπρεπε να ξύνεται, ενώ ο εσωτερικός διάδρομος, που έβλεπε στην αυλή, ονομαζόταν «παραδρομίς? και ήταν βοηθητικός του πρώτου. Στο μεγάλο υπαίθριο χώρο του γυμνασίου, που είχε μήκος περίπου 220 μ. και πλάτος 100 μ., γινόταν η προπόνηση των αθλητών στα αγωνίσματα του ακοντίου και του δίσκου, δηλαδή σε αυτά που απαιτούσαν μεγάλο χώρο.

Η παλαίστρα βρίσκεται δυτικά της Άλτεως, έξω από τον ιερό περίβολο και πολύ κοντά στον ποταμό Κλαδέο. Οικοδομήθηκε κατά τον 3ο αι. π.Χ. νότια του γυμνασίου και ανήκει στο ίδιο συγκρότημα με αυτό. Χρησίμευε για την προπόνηση των αθλητών στην πυγμή, στην πάλη και στο άλμα. Πρόκειται για σχεδόν τετράγωνο κτήριο, διαστάσεων 66,35 x 66,75 μ., κτισμένο σε χαμηλότερο επίπεδο, περίπου 0,70 μ. από το γυμνάσιο. Στο κέντρο του βρίσκεται μία υπαίθρια περίστυλη αυλή, στρωμένη με λεπτή άμμο, που ήταν ο χώρος προπόνησης των αθλητών. Η κιονοστοιχία της αποτελείται συνολικά από 72 δωρικούς κίονες και κάθε πλευρά της είχε μήκος 41 μ. Οι κίονες και το κατώτερο τμήμα των τοίχων ήταν λίθινα, ενώ η ανωδομή των τοίχων ήταν πλινθόκτιστη και ο θριγκός ξύλινος. Γύρω από την αυλή αναπτύσσονταν στεγασμένα δωμάτια διαφόρων διαστάσεων, που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές πριν και μετά την προπόνησή τους. Η θύρα τους άνοιγε προς την αυλή και τα περισσότερα είχαν στην πρόσοψη ιωνικούς κίονες. Ιωνική κιονοστοιχία υπήρχε και στην πρόσοψη του μεγάλου στενόμακρου χώρου, που καταλάμβανε σχεδόν ολόκληρη τη νότια πλευρά του κτηρίου. Στο εσωτερικό των δωματίων, κατά μήκος των τοίχων υπήρχαν πάγκοι, που εξυπηρετούσαν τη διδασκαλία ρητόρων και φιλοσόφων. Τα δωμάτια χρησίμευαν ως ελαιοθέσιον (χώρος όπου οι αθλητές άλειφαν το σώμα τους με λάδι), ως κονιστήριον (δωμάτιο όπου οι αθλητές έριχναν σκόνη στο σώμα τους), ως αποδυτήρια και λουτρά. Αρχικά η παλαίστρα είχε δύο εισόδους στη νότια πλευρά της. Αργότερα στη βορειοδυτική γωνία της κτίσθηκε ένα πρόπυλο με τέσσερις δωρικούς κίονες στην πρόσοψη. Αυτή έγινε και η κύρια είσοδος στο κτήριο, ενώ η επικοινωνία με το παρακείμενο γυμνάσιο γινόταν μέσω μιας μικρής θύρας που υπήρχε στο μέσον περίπου του βόρειου τοίχου της παλαίστρας και οδηγούσε στη νότια στοά του γυμνασίου.

(Πηγή: Ολυμπία Βικάτου)

Στην ενότητα μας "Αρχαία Ελλαδα " μπορείτε να διαβάζετε και να μάθετε για τους λαμπρούς προγόνους μας!!!


* Αν σας άρεσε το άρθρο κάντε ένα like και κοινοποιήστε το στους φίλους σας!


stivoz.com