Η προέλευση των Ελευσινίων και Καβειρίων Μυστηρ'ίων                                               H ΛΙΣΤΑ ΜΟΥ Η ΛΙΣΤΑ ΜΟΥ: Η προέλευση των Ελευσινίων και Καβειρίων Μυστηρ'ίων

..

Η προέλευση των Ελευσινίων και Καβειρίων Μυστηρ'ίων

Κατ’ αρχήν να αναφέρουμε πως το όνομα της η πόλη το οφείλει στον τοπικό ήρωα Ελευσίνα. Να τι αναφέρει σχετικά ο Παυσανίας:


«Ο ήρωας Ελευσίνας, που έδωσε το όνομά του στην πόλη, άλλοι λένε πως ήταν γιός του Ερμή και της Δαείρας, κόρης του Ωκεανού και άλλοι ποιητές θεωρούν πατέρα του Ελευσίνα τον Ώγυγο.»[1]

Τα Μυστήρια της Ελευσίνας είναι θεοπαράδοτα εκ της Θεάς Δήμητρας, όπως παραδίδει ο Όμηρος στον ένα εκ των δύο ύμνων του προς την Θεά. Τα παρέδωσε η Θεά στους ανθρώπους όταν αυτή ξεκινώντας από την Κρήτη περιπλανιόταν ψάχνοντας την αρπαγμένη από τον Πλούτωνα κόρη της Περσεφόνη, και έφτασε στην Ελευσίνα – όπως παραδίδει ο Όμηρος:

«ώσπου στου αντρείου Κελεού έφτασε το παλάτι,
Άρχοντας της ευωδιαστής πόλης της Ελευσίνας.»[2]


Να ο μύθος όπως τον παραδίδει περιληπτικά ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος και αναλυτικά ο Όμηρος:

«Ο Πλούτωνας ερωτεύτηκε την Περσεφόνη και με την βοήθεια του Διός την άρπαξε κρυφά. Η Δήμητρα περιπλανιόταν νύχτα και μέρα σε όλη τη γη αναζητώντας την. Όταν έμαθε από τους Ερμιονείς ότι την απήγαγε ο Πλούτωνας, οργισμένη με τους Θεούς εγκατέλειψε τον ουρανό και με την μορφή απλής γυναίκας έφτασε στην Ελευσίνα. Πρώτα κάθισε σε μια πέτρα, που από εκείνη ονομάστηκε Αγέλαστος, δίπλα στο φρέαρ που λέγεται Καλλίχορο. Μετά πήγε στον Κελεό, που ήταν τότε βασιλιάς των Ελευσινίων. Εκεί μέσα στον οίκο του ήταν κάποιες γυναίκες, που της είπαν να καθίσει κοντά τους, και μια από αυτές, η Ιάμβη, με τα πειράγματα της έκανε τη θεά να χαμογελάσει. Για αυτό, λένε, κατά τις θεσμοφορίες οι γυναίκες πειράζονται μεταξύ τους. Ο Κελεός και η γυναίκα του Μετάνειρα είχαν έναν παίδα και αυτό το πήρε η Δήμητρα και το μεγάλωνε. Θέλοντας να κάνει το βρέφος αθάνατο, τις νύχτες το παράχωνε στο πυρ και του αφαιρούσε τις θνητές σάρκες. Καθώς ο Δημηφώντας – γιατί αυτό ήταν το όνομά του παιδός – μεγάλωνε παράδοξα κάθε μέρα, την παραφύλαξε η Μετάνειρα κι όταν την είδε να το κρύβει μέσα στο πύρ, έβαλε τις φωνές. Έτσι το βρέφος καήκε από το πύρ και η θεά φανερώθηκε ποια ήταν. Έφτιαξε στον Τριπτόλεμο, τον μεγαλύτερο για της Μετάνειρας, δίφρο που το έσερναν πτερωτοί δράκοι, και του έδωσε τον πυρό(σιτάρι)[3], με το οποίο έσπειρα όλη την οικουμένη, υψωμένος στον ουρανό. Ο Πανύασις λέει ότι ο Τριπτόλεμος ήταν γιός του Ελευσίνου. Γιατί σε αυτόν, λέει, πήγε η Δήμητρα. Ο Φερεκίδης τον ονομάζει γιό του Ωκεανού και της Γής. Όταν ο Ζεύς διέταξε τον Πλούτωνα να στείλει πίσω την κόρη, ο Πλούτωνας, για να μην μείνει πολύ καιρό κοντά στη μητέρα της, της έδωσε να φάει ένα σπυρί ροδιού. Εκείνη, επειδή δεν μπορούσε να προβλέψει τι θα συνέβαινε, το έφαγε. Επειδή ο Ασκάλαφος, γιός του Απόλλωνα και της Γοργύρας, την κατηγόρησε (ότι το έφαγε επίτηδες), η Δήμητρα έβαλε πάνω του στον Άδη ένα βαρύ βράχο, και η Περσεφονη αναγκάστηκε να μένει ένα τρίτο κάθε χρόνο με τον Πλούτωνα και τον υπόλοιπο χρόνο παρά των Θεών.»[4]

Βέβαια θα πρέπει να ξέρουμε πως ο Παυσανίας αναφέρει σχετικά με την Ελευσίνα πως:

«οι Ελευσίνιοι έχουν ναό του Τριπτόλεμου και άλλο της Προπυλαίας Αρτέμιδος και του Ποσειδώνα Πατρός. Υπάρχει και φρέαρ που λέγεται Καλλίχορο, όπου για πρώτη φορά χόρεψαν και τραγούδησαν προς τιμήν της Θεάς οι γυναίκες των Ελευσινίων. Λένε ακόμα πως το Ράριο πεδίο ήταν το πρώτο που σπάρθηκε και έδωσε καρπούς και για αυτό παίρνουν από εκεί χοντροαλεσμένο κριθάρι και να φτιάχνουν γλυκά ψωμάκια για τις θυσίες. Εκεί κοντά υπάρχει το αλώνι του Τριπτόλεμου και ο βωμός.»[5]

Ενώ ο σχολιαστής του Ευριπίδη λέγει:

Scholia in Euripidem sch Or.964.8 ` to Scholia in Euripidem sch Or.964.19 ἰστέον ὅτι τῆς κόρης, ἤγουν τῆς Περσεφόνης, ἁρπασθείσης ὑπὸ τοῦ Πλούτωνος ἡ μήτηρ αὐτῆς, ἡ Δηὼ, νῆστις περιήρχετο ζητοῦσα αὐτήν. καὶ δὴ περιερχομένη καὶ ζητοῦσα αὐτὴν ὑπεδέχθη ἐν τοῖς οἴκοις τοῦ Ἱπποθόοντος ὑπὸ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Μετανείρας, ἥτις, Μετάνειρα, παρέθηκεν αὐτῇ τράπεζαν καὶ ἐκέρασεν αὐτῇ οἶνον. ἡ δὲ θεὸς οὐκ ἐδέξατο λέγουσα μὴ θεμιτὸν εἶναι πιεῖν αὐτὴν οἶνον ἐπὶ τῇ θλίψει τῆς θυγατρὸς, ἀλφίτων δὲ κυκεῶνα ἐκέλευσεν αὐτὴν κατασκευάσαι· ὃν δε ξαμένη ἔπιεν. Ἰάμβη δέ τις δούλη τῆς Μετανείρας ἀθυμοῦσαν τὴν θεὰν ὁρῶσα γελοιώδεις λόγους καὶ σκώμματά τινα ἔλεγε πρὸς τὸ γελάσαι τὴν θεόν. ἦσαν δὲ τὰ ῥήματα, ἅπερ αὕτη πρῶτον εἶπεν, ἰαμβικῷ μέτρῳ ῥυθμισθέντα ἐξ ἧς καὶ τὴν προσηγορίαν ἔλαβον ἴαμβοι λέγεσθαι. Ἰάμβη δὲ θυγάτηρ Ἠχοῦς καὶ τοῦ Πανὸς, Θρᾷσσα τὸ γένος.

Όσο αφορά την αναφορά του Απολλοδώρου ότι όταν «ο Δημηφώντας μεγάλωνε παράδοξα κάθε μέρα, παραφύλαξε η Μετάνειρα την Δήμητρα κι όταν την είδε να το κρύβει μέσα στο πύρ, έβαλε τις φωνές και έτσι το βρέφος κάηε από το πύρ και η θεά φανερώθηκε ποια ήταν», ο Όμηρος το περιγράφει με περισσότερες λεπτομέρειες ως εξής:

«Έτσι σαν είπε τό ‘βαλε με τ’ αθάνατά της τα χέρια
στον κόρφο τον ευωδιαστό κι εχάρη η ψυχή της μάνας.
Στα μέγαρα έτρεφε λοιπόν του ανδρείου Κελεού το γυιόκα
το λαμπρό Δημοφώντα, που η καλλίζωνη Μετάνειρα εγέννα.
Μεγάλωνε όμοιος με θεό δίχως να τρώει στάρι
ούτε και που εβύζαξε το μητρικό το γάλα
μα η Δήμητρα τον άλειβε σα γυιό θεού μ’ αμβροσία.
Γλυκά πάνω του φύσαγε βαστώντας τον στον κόρφο
τη νύχτα όμως σαν δαυλό στο πυρ έκρυβε μέσα
κρυφά απ τους προσφιλείς γονιούς που τό ‘χαν μέγα θαύμα
πώς έθαλλε και φούντωνε τέλειος θεός να μοιάζει.
Αγέραστο θα τον έκαμνε κι αθάνατο εκείνη
αν δεν την παραμόνευε απ τον θάλαμο τον ευώδη
μια νύχτα η καλλίζωνη Μετάνειρα μ’ αφροσύνη.
Βάζει φωνή και χτύπαγε τα δύο τα μεριά της
για το παιδί φοβούμενη, στο νου πολύ εσκοτίσθη,
ολοφυρόταν κι έλεγε κουβέντες που πετούσαν:
«Παιδί μου η ξένη, Δημοφών, σε μέγα πυρ σε κρύβει
κι εμέ σε πόνο ελεεινό και θρήνο με βυθίζει.»
Έτσι οδυρόταν λέγοντας κι άκουε των θεών η αρίστη
η καλλιστέφανη Δήμητρα. Μαζί της εχολώθη,
τ’ ανέλπιστο λατρευτό παιδί πού γέννησε αυτή στο παλάτι
μ’ αθάνατα χέρια απ το πυρ τραβά και χάμω τ’ απιθώνει.
Πολύ οργισμένη, στην καλλίζωνη Μετάνειρα τότε απαντάει:
Απειροι ανθρώποι και χαζοί,
που την καλή σαν έρθει ή κακή μοίρα δεν την νογάτε
και συ απ την αφροσύν[6]η σου τόσο πολύ εσκοτίσθης.
Μάρτυράς μου ο όρκος των θεών, τ αμείλικτο ύδωρ της
Στύγας αθάνατο κι αγέραστο για όλες του τις μέρες
θα ΄κανα γω το αγαπητό παιδί σου τιμώντας αιώνια.
Μα τώρα πια δε γίνεται θάνατο ή δεινά να γλυτώσει.
Άφθορη όμως για πάντα τιμή ότι στο γόνα μου ανέβη
θε να του μείνει και σ’ αγκαλιά δική μου ότι εκοιμήθη.
Και στη δική του επέτειο σαν θα κυλούν τα χρόνια
των ελευσίνιων τα παιδιά πόλεμο και σκληρή αμάχη
ανάμεσό τους θα προκαλούν στον άπαντα τον αιώνα.
Η Δήμητρα είμαι του λόγου μου η πολυτιμημένη
που φέρνω στους αθάνατους και στους θνητούς ανθρώπους
το πιο μεγάλο όφελος, χαρά την πιο μεγάλη.»

Να αναφέρουμε βεβαίως πως στο φρέαρ Καλλίχορον την Δήμητρα την συνάντησαν οι 4 θυγατέρες του βασιλέα της Ελευσίνας Κελεού: η Καλλιδίκη, η Κλεισιδίκη, η Δημώ και η Καλλιθόη (στ.105-110):

«Του Ελευσίνιου Κελεού θυγατέρες την είδαν τότε,
όταν πήγαιναι από εκεί ύδωρ να κουβαλήσουν
δροσερό με αγγεία χάλκινα στον οίκο του πατέρα τους.
Ήταν τέσσερος σαν θεές μες στο άνθος της νιότης,
Καλλιδίκη, Κλεισιδίκη, Δημώ και Καλλιθόη,
η μεγαλύτερη από όλες τους.»[7]

Όταν μάλιστα η ανύπαντρη και πιο άριστη στο είδος Καλλιδίκη θέλει να πληροφορήσει την με μορφή θεοείκελης γυναίκας Θεά Δήμητρα για το μέρος που αυτή βρίσκεται της λέγει (στ. 149 – 156):

«Θα σου πω ξεκάθαρα και θα σου αναφέρω
τους άνδρες που μέγα κράτος και τιμή έχουν
και του λαού τους άρχοντες, που τα τείχη της πόλης
προστατεύουν με σκέψεις τους και με ευθυκρισία.
Του συνετού Τριπτόλεμου, Διόκλου,
Πολύξεινου, και Εύμολπου αψεγάδιαστου,
του Δόλιχου και του ανδρείου, του δικου μας πατέρα (Κελεού),
οι γυναίκες όλων αυτών τους οίκους τους φροντίζουν.»[8]

Να όμως και οι Ομηρικοί στίχοι (στ. 268 – 274) που αποδεικνύουν τα λεγόμενά μας περί του θεοπαράδοτου των Μυστηρίων της Ελευσίνας:

«Η τιμημένη Δήμητρα είμαι. Πλούτο μεγάλο
και χαρά σε αθανάτους και σε θνητούς προσφέρω.
Εμπρός για χάρη μου ναό και βωμό αποκάτω
ας χτίσει όλος ο λαός στην πόλη και στο τείχος
κάτω από το Καλλίχορο σε κάποιο λόφο.
Θα σας δείξω όργια(=μυστήρια). Αν καλά αυτές γίνουν,
πολύ θα εξιλεώσετε και το δικό μου νου.»[9]

Μάλιστα ο ναός της Θεάς δημιουργήθηκε με θεία βοήθεια δαίμονος. Να οι επίμαχοι στίχοι (296 – 300):

«Κάλεσε (ο Κελεός) σε συνέλευση αυτός τον λαό
και στην ομορφοστέφανη πλούσιο ναό να δημιουργήσουν
πρόσταξε και ένα βωμό σε ψηλό λόγο επάνω.
Εκείνοι ευθύς υπάκουσαν, σαν άκουσαν τον λόγο,
κι έκαναν ότι πρόσταξε με δαίμονος βοήθεια.»[10]

Ενώ τις τελετές, που η ίδια η Θεά καθόρισε να είναι άρρητες στους ατέλεστους, τις έδειξε στους θεμιστοπόλους βασιλείς της Ελευσίνας – να οι επίμαχοι στίχοι (473 – 482):

«θεμιστοπόλους βασιλείς πήγε να συναντήσει (η Δήμητρα),
έδειξε στον Τριπτόλεμο και στον ιππέα τον Διοκλή,
και στον πανίσχυρο Εύμολπο και στον ηγέτη λαών Κελεό,
την θεραπεία των ιερών, κι αποκάλυψε σ’ όλους αυτούς τα όργια
στον Τριπτόλεμο και στον Πολύξενο καθώς και στον Διοκλή
τα σεμνά, που δεν επιτρέπεται ούτε να τα παραμελήσεις ούτε να τα ερευνήσεις
ούτε να τα κοινολογήσεις[11]. Γιατί μέγα σέβας στους θεούς δένει τη γλώσσα.
Όλβιος όποιος από τους επιχθόνιους ανθρώπους τα χει δει,
ο ατελής όμως στα ιερά και ο αμέτοχος δεν έχει όμοια
μοίρα νεκρός στο μουχλιασμένο σκότος.»[12]

Όπως βλέπουμε τους βασιλείς της Ελευσίνας ο Όμηρους τους αναφέρει ως «θεμιστοπόλους».

Όμως:

Scholia in Iliadem 9.63b1.1 ` to Scholia in Iliadem 9.63b1.3 <ἀθέμιστος> = θηριώδης, ἄνομος, ὅπου καὶ Κύκλωπες θεμιστεύουσι «παίδων ἠδ᾽ ἀλόχων» (ι 115), οἱονεὶ τὸ περὶ τὴν συγγένειαν φυλάσσουσι δίκαιον.

Άρα, οι βασιλείς της Ελευσίνας ως θεμιστοπόλοι «τὸ περὶ τὴν συγγένειαν φυλάσσουσι δίκαιον».

Εν συνεχεία θα αναφέρουμε πως όταν ο Παυσανίας αναφέρεται στην Ελευσίνα λέγει εκτός των άλλων πως:

«Όνειρο μου απαγόρεψε να περιγράψω όσα υπάρχουν μέσα από το τείχος του Ιερού. Και είναι φανερό ότι οι ατέλεστοι δεν πρέπει να πληροφορούνται για όσα απαγορεύεται να δούν.»[13]

Ο Εύμολπος ήταν γιός του Ποσειδώνα και της Χιόνης. Ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος λέγει σχετικά πως:


«Η Χίονη έσμιξε με τον Ποσειδώνα, γέννησε, κρυφά από τον πατέρα της, τον Εύμολπο, και για να μην αποκαλυφθεί, έριξε το παιδί στη θάλασσα. Ο Ποσειδώνας όμως το πήρε και το έφερε στην Αιθιοπία, όπου το έδωσε να το μεγαλώσει η Βενθεσικύμη, που ήταν κόρη δική του και της Αμφιτρίτης. Όταν ο Εύμολπος μεγάλωσε, ο άντρας της Βενθεσικύμης του έδωσε για γυναίκα του μία από τις θυγατέρες του. Εκείνος όμως επιχείρησε να βιάσει και την αδερφή της γυναίκας του και για αυτό, διωγμένος μαζί με τον Ίσμαρο, πήγε στον Τεγύριο, βασιλιά των Θρακών, ο οποίος πάντρεψε τον γιο εκείνου με την κόρη του. Αργότερα όμως συνελήφθη συνωμοτεί εναντίον του Τεγύριου, για αυτό κατέφυγε στους Ελευσινίους και έκανε φιλία μαζί τους. Όταν πάλι τον κάλεσε ο Τέγυριος, μετά τον θάνατο του Ίσμαρου, πήγε και, αφού διέλυσε την προηγούμενη έχθρα τους, παρέλαβε τη βασιλεία. Όταν ξέσπασε πόλεμος των Αθηναίων με τους Ελευσινίους, ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση των Ελευσινίων και πολέμησε μαζί τους με πολύ στρατό από Θράκες. Όταν ο Ερεχθέας ζήτησε χρησμό για το πώς θα νικήσουν οι Αθηναίοι, ο θεός απάντησε ότι θα κερδίσουν τον πόλεμο, αν σφάξει μια από τις κόρες του. Όταν αυτός έσφαξε τη μικρότερη, αυτοκτόνησαν και οι υπόλοιπες γιατί είχαν κάνει μεταξύ τους, όπως λένε κάποιοι, κρυφή συμφωνία να πεθάνουν όλες μαζί. Στην μάχη που ακολούθησε τη σφαγή ο Ερεχθέας σκότωσε τον Εύμολπο και, όταν ο Ποσειδώνας κατέστρεψε και τον Ερεχθέα και την οικία του, έγινε βασιλιάς ο Κέκροπας Β’, ο νεότερος, ο μεγαλύτερος γιός του Ερεχθέα, ο οποίος παντρεύτηκε την Μητιάδουσα, την κόρη του Ευπάλαμου, και απέκτησε ένα γιο, τον Πανδίονα τον νεότερο (τον Πανδίονα τον Β’).»[14]

Ο δε Παυσανίας αναφέρει πως:

«ο Εύμολπος ήρθε από την Θράκη και ήταν γιός του Ποσειδώνα και της Χιόνης. Η Χιόνη λένε ότι ήταν κόρη του Βορέα και της Ωρειθυίας. Ο Όμηρος δεν αναφέρει τίποτα για την καταγωγή του, αλλά στα ποιήματά του χαρακτηρίζει τον Εύμολπο ανδρείο.»[15]

Τονίζει δε πως:

«Στην μάχη Ελευσίνιων και Αθηναίων σκοτώθηκε ο Ερεχθέας, ο βασιλέας της Αθήνας, και ο Ιμμάραδος, γιός του Εύμολπου.[16] Ο πόλεμος έληξε και ορίστηκε συμφωνία οι Ελευσίνιοι να είναι στο εξής υπήκοοι της Αθήνας, αλλά να τελούν αυτοί την τελετή. Ο ίδιος ο Εύμολπος και οι κόρες του Κελεού ήταν υπεύθυνοι για την τελετή προς τις δυο Θεές, που ο Πάμφως και ο Όμηρος τις αποκαλούν το ίδιο Διογένεια, Παμμερόπη και Σαισάρα. Πεθαίνοντας ο Εύμολπος, άφησε τον νεότερο γιό του, τον Κήρυκα, για τον οποίο οι Κήρυκες οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι είναι γιός του Ερμή και της Αγλαύρου, θυγατέρας του Κέκροπα, αλλά όχι του Εύμολπου.»[17]

Ο Εύμολπος ήταν αυτός που μύησε και τον Ηρακλή, ώστε να μπορέσει ο τελευταίος να κατέβει στον Άδη. Γράφει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος:

«Όταν ήταν λοιπόν να φύγει για εκεί, πήγε στον Εύμολπο, στην Ελευσίνα, θέλοντας να μυηθεί [διότι δεν επιτρεπόταν τότε να μυούνται ξένοι και μυήθηκε αφού έγινε θετός γιός του Πυλίου[18]. Καθώς δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τα μυστήρια, επειδή δεν είχε εξαγνιστεί από τον φόνο των Κενταύρων, εξαγνίστηκε τότε από τον Εύμολπο και μυήθηκε.»[19]

Ο δε Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει πως: στην τελετή για τον Ηρακλή προΐστατο ο Μουσαίος ο υιός του Ορφέα.[20]

Συμπληρώνει επίσης πως: η Δήμητρα προς τιμήν του Ηρακλέους χώρισε τα μυστήρια στα δύο και εγκαθίδρυσε τα μικρά Ελευσίνια προς εξαγνισμό του από τον φόνο των Κενταύρων.[21]

Ο Ερχομός της Δήμητρας στην Αττική γη έγινε την εποχή που βασιλιάς στην Αθήνα ήταν ο Πανδίων, ο γιός του Εριχθόνιου! Αλλά ας δούμε ολόκληρη της ιστορία:

Κατ’ αρχήν να τονίσουμε ότι πριν τον ερχομό της Δήμητρας στην Αττική γη είχε ήδη προηγηθεί η γένεση του Έλληνα που έλαβε χώρα σύμφωνα με τον Απολλόδωρο τον Αθηναίο, μετά την εκ του Διός και δια του κατακλυσμού του Δευκαλίωνα καταστροφή του χάλκινου γένους, την εποχή που βασιλιάς στην Αττική ήταν ο Κραναός ο πεθερός του Αμφικτύωνα, και ταυτόχρονα με την ακολουθούμενη εκ του Διός δημιουργία του ιερού γένους των Ηρώων το οποίο διήρκεσε 7 ή 8 γενιές μέχρι τα Τρωικά, άλλωστε όπως λέγει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος [Μυθολογική Βιβλιοθήκη, 1.50.1] ο Έλλην «ἀφ᾽ αὑτοῦ τοὺς καλουμένους Γραικοὺς προσηγόρευσεν Ἕλληνας».
Επί παραδείγματι:
ο Εύμηλος, ο οποίος εκστράτευσε εναντίον της Τροίας, ήταν γιός του Άδμητου, και αυτός του Φέρη, και αυτός του Κρηθέα, και αυτός του Αίολου, και αυτός του Έλληνα, και αυτός του Δευκαλίωνα.
ο Γλαύκος, ο οποίος εκστράτευσε εναντίον της Τροίας, ήταν γιος του Ιππόλοχου, του γιού του Βελλερεφόντη, του γιού του Γλαύκου, του γιού του Σίσυφου, του γιού του Αίολου, του γιού του Έλληνα, του γιού του Δευκαλίωνα.

Σε όλα αυτά συνηγορούν τα όσα αναφέρει ο Πλάτωνας στον «Κριτία, 109.b.1 – 110.b.2» – εκεί λέγεται ότι:

«Κάποτε οι θεοί έβαλαν σε κλήρο τις διάφορες περιοχές όλης της γης και τις μοιράστηκαν μεταξύ τους, χωρίς τσακωμούς. Δεν θα ήταν ασφαλώς σωστό να μην ξέρουν τι ανήκει στον καθένα τους ούτε να θέλουν να πάρουν με έριδες κάτι, αν και ξέρουν ότι ανήκει σε κάποιον άλλο. Αφού λοιπόν έγινε η διανομή με κλήρο, πήρε ο καθένας το μερίδιο του και κατοίκησαν στην περιοχή που κέρδισαν. Κι όταν εγκαταστάθηκαν, σαν «νομῆς ποίμνια, κτήματα καὶ θρέμματα ἑαυτῶν ἡμᾶς ἔτρεφον», χωρίς να χρησιμοποιούν όμως σωματική βία, σαν τους ποιμένες που οδηγούν τα κοπάδια στην βοσκή με χτυπήματα, αλλά επειδή ο άνθρωπος είναι ευκολοκυβέρνητο πλάσμα, κατευθύνουν, όπως το πλοίο από την πρύμνη με το πηδάλιο, αγγίζοντας την ψυχή με την πειθώ ανάλογα με τις διαθέσεις τους, και δίνοντας κατεύθυνση με αυτό τον τρόπο κυβερνούσαν όλους τους θνητούς. Άλλοι λοιπόν από τους θεούς, αφού πήραν με κλήρο διάφορους τόπους, τους τακτοποίησαν. Στον Ήφαιστο και στην Αθηνά, επειδή είχαν κοινή φύση, ως αδέλφια από τον ίδιο πατέρα, και είχαν την ίδια κατεύθυνση στην σοφία και στις τέχνες, έτυχε να πέσει στον κλήρο αυτή εδώ η περιοχή, η οποία από τη φύση της τους ταιριάζει και ήταν κατάλληλη για την αρετή και την φρόνηση τους. Έφτιαξαν λοιπόν εκεί καλούς κατοίκους και τους βοήθησαν να αντιληφθούν ποιος ήταν ο σωστότερος τρόπος για τη διακυβέρνηση της πολιτείας τους. Τα ονόματα των ντόπιων εκείνης της εποχής έχουν διατηρηθεί μέχρι σήμερα, έχουν χαθεί όμως τα έργα τους από τις πολλές καταστροφές που έκαναν οι διάδοχοι τους και από τη φθορά του χρόνου. Όπως έχει αναφερθεί, όσοι επιζούσαν μετά από κάθε κατακλυσμό ήταν αγράμματοι ορεσίβιοι, που είχαν ακούσει μόνο τα ονόματα των παλαιών ηγετών αλλά γνώριζαν ελάχιστα πράγματα για τα έργα τους. Έτσι, προτιμούσαν να δίνουν αυτά τα ονόματα στα παιδιά τους, αγνοούσαν όμως τις αρετές και τους νόμους των προγενέστερων, εκτός από κάποιες ασαφείς πληροφορίες που είχε τύχει να ακούσουν για τον καθένα. Και επειδή ακόμα οι ίδιοι και τα παιδιά τους επί πολλές γενιές δεν είχαν τα αναγκαία μέσα για την συντήρησή τους, σκέφτονταν συνεχώς για τα πράγματα που τους έλειπαν, χωρίς να δίνουν καμία σημασία σε όσα είχαν συμβεί προηγουμένως τα περασμένα χρόνια. Οι ιστορικές γνώσεις και η έρευνα του παρελθόντος ήρθαν και τα δύο στις πόλεις αργότερα, όταν οι άνθρωποι είχαν εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την ζωή τους, και όχι πιο πριν. Με αυτό τον τρόπο διατηρήθηκαν τα ονόματα των αρχαίων αλλά όχι και τα έργα τους. Αναφέρω αυτά συμπεραίνοντας από το ότι ο Σόλωνας είπε πως οι Αιγύπτιοι ιερείς, περιγράφοντας τον πόλεμο εκείνης της εποχής, δηλαδή ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Ατλαντίνους, με αυτά ως επί το πλείστον ονόμαζαν εκείνους, όπως του «Κέκροπός τε καὶ Ἐρεχθέως καὶ Ἐριχθονίου καὶ Ἐρυσίχθονος», καθώς και πολλά άλλα που αναφέρονται σε ήρωες παλαιότερους από τον Θησέα».[22]

Δηλ. πρώτα, την εποχή που βασιλέας στην Αττική ήταν ο Κέκροπας, μοίρασαν την Γη οι Θεοί, ο Ποσειδώνας πήρε με κλήρο την Ατλαντίδα και η Αθηνά την Αθήνα και την Σάϊδα της Αιγύπτου. Έπειτα έγινε ο πόλεμος ανάμεσα στους Ατλαντίνους και τους Αθηναίους[23], την εποχή που βασιλέας στην Αθήνα ήταν ο Κέκροπας. Έπειτα έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα που επέφερε την γένεση του Έλληνα, την εποχή που βασιλιάς στην Αττική ήταν ο Κραναός ο πεθερός του Αμφικτύωνα, έπειτα η εκ του Διός δημιουργία του ιερού γένους των Ηρώων το οποίο διήρκεσε 7 ή 8 γενιές μέσα στις οποίες έγινε ο Τρωικός πόλεμος, την εποχή που βασιλιάς στην Αθήνα ήταν ο Μενεσθεύς (Μενεσθέας), ο γιός του Πετεού, που είχε πάρει μέρος και στον Τρωικό πόλεμο ως μνηστήρας της Ελένης. Άλλωστε αναφερόμενος ο Όμηρος στους Αθηναίους που εκστράτευσαν στην Τροία λέγει στην Β’ ραψωδία στ. 546 – 555 :

«Εκείνοι είχαν τας Αθήνας, την καλοκτισμένη πόλη,
τον δήμο του μεγαλόκαρδου Ερεχθέως[24] που κάποτε η Αθηνά
ανάθρεψε του Διός η θυγατέρα, και τον έτεκε η ζωοδότρα γη,
και τον εγκατέστησε στας Αθήνας[25], στον πλούσιο ναό της.
εκεί με ταύρους και αρνιά ζητούν το έλεός του
οι κούροι των Αθηναίων κάθε χρόνο.
Σε αυτούς πάλι ηγεμόνευε ο γιός του Πετεού Μενεσθεύς.
Άλλος όμοιος του επιχθόνιος δεν έγινε άνδρας
που να παρατάσσει ίππους και άνδρες ασπιδοφόρους.
Ο Νέστωρ μόνος του παράβγαινε. Γιατί ήταν προγενέστερος.»[26]

Στην συνέχεια θα πρέπει να πούμε πως σύμφωνα με τον Παυσανία :

«Οι Αθηναίοι λένε πως ο πρώτος βασιλιάς της λεγόμενης σήμερα Αττικής ήταν ο Ακταίος (Ακτεύς). Όταν ο Ακταίος πέθανε, το διαδέχτηκε στον θρόνο ο Κέκροπας, επειδή ήταν σύζυγος της κόρης του. Αυτός είχε αποκτήσει τρεις κόρες, την Έρση, την Άγλαυρο και την Πάνδροσο, και ένα γιο, τον Ερυσίχθονα, που δεν έγινε ποτέ βασιλιάς των Αθηναίων, γιατί πέθανε όσο ακόμα βασίλευε ο πατέρας τους. Στον θρόνο έπειτα διαδέχτηκε τον Κέκροπα ο Κραναός, ο πιο ισχυρός άνδρας της Αθήνας. Ο Κραναός απέκτησε, ανάμεσα σε άλλες κόρες, και την Ατθίδα, από την οποία ονομάζουν Αττική την χώρα που μέχρι τότε αποκαλούσαν Ακταία. Κάνοντας επανάσταση ενάντια στον Κραναό ο Αμφικτύονας, σύζυγος της κόρης του, τον ανέτρεψε από την εξουσία. Κι αυτός, όμως, αργότερα ανατράπηκε από τον Εριχθόνιο και τους άλλους που επαναστάτησαν μαζί του. Λένε ότι ο Εριχθόνιος δεν είχε πατέρα θνητό. Ο Ήφαιστος και η Γη ήταν γονείς του.»[27]

Βέβαια ο Παυσανίας λέγει πως :

«οι κάτοικοι του Αθηναϊκού δήμου των Αθμονέων λένε πως το ιερό της Ουρανίας Αφροδίτης που βρίσκεται εκεί ιδρύθηκε από τον Πορφυρίωνα (Πορφυρίων), βασιλιά αρχαιότερο από τον Ακταίονα(Ακταίος/Ακτεύς).»[28]

Εδώ βέβαια θα πρέπει να πούμε πως σύμφωνα με τον Παυσανία :

«ο πρώτος Κέκροπας που κυβέρνησε την Αττική ήταν εκείνος που παντρεύτηκε την κόρη του Ακταίου και μεταγενέστερος εκείνος που μετοίκησε στην Εύβοια, γιός του Ερεχθέα, γιου του Πανδίονα κι εγγονού Εριχθόνιου. Και βασίλεψε κάποιος Πανδίονας, που ήταν γιος του Εριχθονίου, κι ένας άλλος Πανδίοανς, γιός του Κέκροπα του δεύτερου. Αυτόν στέρησαν από την εξουσία Μητιονίδες κι όταν κατέφυγε στα Μέγαρα – γιατί είχε πάρει γυναίκα του την κόρη του Πύλα, του βασιλιά των Μεγάρων – έδιωξαν και τα παιδιά του. Λέγεται πως ο Πανδίονας αρρώστησε και πέθανε εκεί. Υπάρχει και μνημείο του στη Μεγαρίδα κοντά στην θάλασσα, στον βράχο που ονομάζεται της Αιθυίας Αθηνάς. Τα παιδιά του, όμως, ήρθαν από τα Μέγαρα, απομάκρυναν τους Μητιονίδες και ανέλαβε τότε τη διακυβέρνηση της Αθήνας ο Αιγέας, που ήταν ο μεγαλύτερος γιός.»[29]

Στην συνέχεια, για να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα, θα αναφέρουμε εν περιλήψει ότι όπως λέγει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος :

“Κέκροψ αὐτόχθων, συμφυὲς ἔχων σῶμα ἀνδρὸς καὶ δράκοντος”, ήταν ο πρώτος βασιλιάς της Αττικής “καὶ τὴν γῆν πρότερον λεγομένην Ἀκτὴν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ Κεκροπίαν ὠνόμασεν”. Στην εποχή του, λένε, αποφάσισαν οι Θεοί να καταλαμβάνουν ο καθένας από μία πόλη, όπου θα απολαμβάνουν ιδιαίτερες τιμές. Πρώτος λοιπόν έφτασε στην Αττική ο Ποσειδώνας και μπήγοντας την τρίαινα του καταμεσής στην Ακρόπολη, εμφάνισε θάλασσα, αυτή που σήμερα ονομάζεται Ερεχθηίδα. Μετά από αυτόν ήρθε η Αθηνά και, βάζοντας τον Κέκροπα για μάρτυρα ότι κατέλαβε την πόλη, φύτεψε μια ελιά, αυτή που έδειχναν μέσα στο Πανδρόσειο. Επειδή λοιπόν φιλονίκησαν οι δυο θεοί για τον τόπο, ο Ζεύς, για να τους συμφιλιώσει, όρισε για κριτές όχι τον Κέκροπα και τον Κραναό, όπως είπαν κάποιοι, ούτε τον Ερυσίχθονα αλλά τους δώδεκα θεούς. Αυτοί ως δικαστές έδωσαν τη χώρα στην Αθηνά, μετά από μαρτυρία του Κέκροπα ότι η πρώτη εκείνη φύτεψε την ελιά. Η Αθηνά λοιπόν ονόμασε την πόλη με το όνομά της, Αθήνα, ενώ ο Ποσειδώνας, οργισμένος,”τὸ Θριάσιον πεδίον ἐπέκλυσε καὶ τὴν Ἀττικὴν ὕφαλον ἐποίησε”. Ο Κέκροπας παντρεύτηκε την κόρη του Ακταίου Άγραυλο και απέκτησε ένα γιό, τον Ερυσίχθονα, που πέθανε άτεκνος, και τρείς κόρες, την Άγραυλο, την Έρση και την Πάνδροσο.»[30]

Και ποιο κάτω ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος λέγει πως :

“Μετά τον θάνατο του Κέκροπα βασιλιάς έγινε ο αυτόχθων Κραναός. Στην εποχή του λένε ότι έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα. Αυτός παντρεύτηκε «ἐκ Λακεδαίμονος Πεδιάδα τὴν Μύνητος ἐγέννησε Κρανάην καὶ Κραναίχμην καὶ Ἀτθίδα», προς τιμή της οποίας, επειδή πέθανε νέα κοπέλα, ο Κραναός ονόμασε την περιοχή Ατθίδα. Μετά έγινε βασιλιάς της Αττικής ο Αμφικτύονας, εκθρονίζοντας τον Κραναό. Αυτός, σύμφωνα με κάποιους, ήταν γιός του Δευκαλίωνα, ενώ για άλλους, αυτόχθονας. Αφού βασίλευσε για δώδεκα χρόνια, τον έδιωξε ο Εριχθόνιος. Για αυτόν μερικοί λένε ότι ήταν γιος του Ηφαίστου και της κόρης του Κραναού Ατθίδας, άλλοι του Ηφαίστου και της Αθηνάς, γεννημένος με τον ακόλουθο τρόπο : η Αθηνά πήγε να βρει τον ‘Ήφαιστο επειδή ήθελε να της φτιάξει όπλα. Εκείνος, έτσι όπως τον είχε εγκαταλείψει η Αφροδίτη, ένιωσε επιθυμία για την Αθηνά και άρχισε να την κυνηγάει. Εκείνη, δεν σώφρων και παρθένα καθώς είναι, δεν το ανέχτηκε. Έτσι ο Ήφαιστος «ἀπεσπέρμηνεν εἰς τὸ σκέλος τῆς θεᾶς. ἐκείνη δὲ μυσαχθεῖσα ἐρίῳ ἀπομάξασα τὸν γόνον εἰς γῆν ἔρριψε. φευγούσης δὲ αὐτῆς καὶ τῆς γονῆς εἰς γῆν πεσούσης Ἐριχθόνιος γίνεται» (δηλ. εκείνος εκσπερμάτωσε πάνω στο σκέλος της Αθηνάς. Αυτή, αηδιασμένη, σκούπισε το σπέρμα με μαλλί και το έριξε καταγής. Η θεά λοιπόν έφυγε, ενώ από το σπέρμα που έπεσε στη γεννήθηκε ο Εριχθόνιος). Η Αθηνά τον ανέθρεψε κρυφά από τους άλλους θεούς, σκοπεύοντας να τον κάνει αθάνατο. Τον έβαλε σε μια κίστη και τον έδωσε στην Πάνδροσο, κόρη του Κέκροπα, απαγορεύοντας της να την ανοίξει. Οι αδερφές της Πανδρόσου όμως την άνοιξαν από περιέργεια και βλέπουν το βρέφος «παρεσπειραμένον δράκοντα». Και όπως λένε κάποιοι, «ὑπ᾽ αὐτοῦ διεφθάρησαν τοῦ δράκοντος», ενώ, συμφώνα με άλλους, τις τρέλανε η Αθηνά και ρίχτηκαν από την Ακρόπολη. Τον Εριχθόνιο ανέθρεψε μέσα στο τέμενος η ίδια η Αθηνά και αυτός, αφού έδιωξε τον Αμφικτύονα, έγινε βασιλιάς της Αττικής, έστησε το ξόανο της Αθηνάς στην Ακρόπολη, καθιέρωσε την γιορτή των Παναθηναίων και παντρεύτηκε την Ναϊάδα νύμφη Πραξιθέα, από την οποία γεννήθηκε ο Πανδίονας. Αφού πέθανε ο Εριχθόνιος και θάφτηκε στο ίδιο το τέμενος της Αθηνάς, βασίλευσε ο Πανδίονας, στον καιρό του οποίου ήρθαν στη Αττική η Δήμητρα και ο Διόνυσος. Την Δήμητρα τη φιλοξένησε ο Κελεός στην Ελευσίνα, ενώ τον Διόνυσο ο Ικάριος, ο οποίος παρέλαβε το κλήμα αμπέλου και διδάχτηκε την παρασκευή του οίνου.

Θέλοντας λοιπόν να χαρίσει τα δώρα του θεού στους ανθρώπους, πήγε σε κάποιους ποιμένες, οι οποίο, αφού γεύτηκαν το ποτό και από την ευχαρίστησή τους το ήπιαν χωρίς ύδωρ και σε μεγάλη ποσότητα, νόμισαν ότι τους φαρμάκωσε και τον σκότωσαν. Την ημέρα κατάλαβαν τι είχαν κάνει και τον έθαψαν. Ένας από τους πιστούς σκύλους του Ικάριου, η Μαίρα, που τον ακολούθησε, έδειξε στην κόρη του Ηριγόνη, που έψαχνε τον πατέρα της, που είναι ο νεκρός. Εκείνη, κλαίγοντας γοερά για τον πατέρα της, κρεμάστηκε. Ο Πανδίονας παντρεύτηκε την Ζευξίππη, την αδερφή της μητέρας του, και απέκτησε δυο κόρες, την Πρόκνη και τη Φιλομήλα, και δυο παίδες δίδυμοι, τον Ερεχθέα και τον Βούτη. Όταν κάποτε ξέσπασε πόλεμος με τον Λάβδακο για τα σύνορα, κάλεσε βοηθό του από την Θράκη τον Τηρέα, γιο του Άρη, και, αφού κέρδισε τον πόλεμο με τη βοήθεια του, του έδωσε για γυναίκα την κόρη του Πρόκνη. Ο Τηρέας απέκτησε μαζί της ένα γιο, τον Ίτυ, αλλά μετά ερωτεύτηκε και τη Φιλομήλα και τη διεύθειρε, λέγοντας της ότι πέθανε η Πρόκνη, την οποία έκρυβε στα χτήματά του. Στην συνέχεια παντρεύτηκε τη Φιλομήλα και κοιμόταν μαζί της, κόβοντάς της την γλώσσα. Εκείνη τότε ύφανε γράμματα πάνω σε ένα πέπλο και με αυτά πληροφόρησε την Πρόκνη για τις συμφορές της. Εκείνη τότε, αφού έψαξε και βρήκε την αδερφή της, μετά σκότωσε τον γιό της Ίτυ και, αφού τον έβρασε, τον παρέθεσε δείπνο στον ανύποπτο Τηρέα. Στην συνέχει τράπηκε σε φυγή μαζί με την αδερφή της. Ο Τηρέας, μόλις κατάλαβε τι είχε γίνει, άρπαξε ένα τσεκούρι και τις κυνηγούσε. Όταν οι γυναίκες έφτασαν στην Δαυλία της Φωκίδας, επειδή τις είχε προφτάσει ο Τηρέας, (προσ)ευχήθηκαν στους θεούς να γίνουν πουλιά. Έτσι η Πρόκνη έγινε αηδόνι και η Φηλομήλα χελιδόνι και ο Τηρέας μεταμορφώθηκε σε τσαλαπετεινό. Μετά τον θάνατο του Πανδίονα οι γιοι του μοίρασαν την πατρική κληρονομιά. Την βασιλεία την πήρε ο Ερεχθέας και την ιεροσύνη της Αθηνάς και του Ερεχθέα Ποσειδώνα ο Βούτης. Ο Ερεχθέας παντρεύτηκε την Πραξιθέα, κόρη του Φράσιμου και της Διογένειας, κόρης του Κηφισού, και απέκτησε τρείς γιούς, τον Κέκροπα, τον Πανδίονα τον νεότερο και τον Μητίονα, και τέσσερις κόρες, την Πρόκρι, την Κρέουσα, τη Χθονία και την Ωρείθυια, την οποία άρπαξε ο Βορέας.”[31]

Όμως και τα των Καβείρων Μυστήρια είναι θεοπαράδοτα εκ της Ρέας/Δήμητρας! Απόδειξη περι αυτού είναι τα όσα λέγει ο Παυσανίας όταν αναφέρεται στον δρόμο από την Θήβα προς τα ερείπια της Ογχηστού και μας λέγει εκτός των άλλων ότι :

“προχωρώντας από την Θήβα (από τις Νηϊστές πύλες) εικοσιπέντε στάδια, υπάρχει άλσος της Καβειραίας Δήμητρας και της Κόρης, στο οποίο μπορούν να μπούν οι μυημένοι. Από το άλσος αυτό επτά στάδια περίπου είναι το ιερό των Καβείρων. Ποιοι είναι οι Κάβειροι και τι είδους δρώμενα γίνονται για αυτούς «καὶ τῇ Μητρὶ» θα τα αποσιωπίσω, και ας με συγχωρήσουν οι φιλομαθείς. Όμως τίποτα δεν με εμποδίζει να αναφέρω σε όλους όσα λένε οι Θηβαίοι για την αρχή των τελετών. Λένε ότι εδώ κοντά υπήρχε πόλη, όπου ζούσαν οι λεγόμενοι Κάβειροι. Στον Προμηθέα, έναν από τους Κάβειρους, και στον γιό του Προμηθέα Αιτναιό, φτάνοντας η Δήμητρα, τους έμαθε κάτι («ἐς γνῶσιν παρακαταθέσθαι σφίσιν»). Ποια είναι «ἡ παρακαταθήκη καὶ τὰ ἐς αὐτὴν γινόμενα» νομίζω πως είναι ανόσιο να το γράψω, όμως «Δήμητρος δ᾽ οὖν Καβειραίοις δῶρόν ἐστιν ἡ τελετή». Κατά την εκστρατεία των Επιγόνων και την άλωση της Θήβας, οι Καβειραίοι διώχτηκαν από τους Αργείους και για κάποιο διάστημα σταμάτησε και η τελετή. Αργότερα λένε πως η Πελαργή, κόρη του Ποτνιέα, και σύζηγος της Πελαργής Ισθμιάδης οργάνωσαν από την αρχή εκεί τις οργιαστικές τελετές, αλλά τις μέτέφεραν στον λεγόμενο Αλεξιάρουν. Επειδή όμως η Πελαργή έκανε τη μύηση έξω από τα παλιά σύνορα, ο Τηλώνδης και όσοι επιζούσαν από τη γενιά των Καβειριτών επέστρεψαν πάλι στην Καβειραία. Για να τιμήσουν την Πελαργή και άλλα έχουν οριστεί, σύμφωνα με χρησμό από τη Δωδώνη, αλλά και η θυσία ζώου «φέρον ἐν τῇ γαστρὶ ἱερεῖον». «τὸ δὲ μήνιμα τὸ ἐκ τῶν Καβείρων ἀπαραίτητόν ἐστιν ἀνθρώποι», όπως φάνηκε με πολλούς τρόπους. Κάποιοι ιδιώτες τόλμησαν να τελέσουν στην Ναύπακτο τα μυστήρια της Θήβας, αλλά δεν άργησαν να τιμωρηθούν. Οσοι από τον στρατό του Ξέρξη, που είχαν μείνει στην Βοιωτία με τον Μαρδόνιο, είχαν μπει στο ιερό των Καβείρων, ίσως με την ελπίδα μεγάλου κέρδους, αλλά μου φαίνεται περισσότερο από ασέβεια στους θεούς, αυτοί αμέσως παραφρόνησαν και σκοτώθηκαν πέφτοντας στην θάλασσα ή στους γκρεμούς. Κι όταν ο Αλέξανδρος νίκησε σε μάχη και έκαψε τη Θήβαϊδα, οι Μακεδόνες που μπήκαν στο ιερό των Καβείρων, βρισκόταν κι αυτό σε γη εχθρική, σκοτώθηκαν από εξ ουρανού κεραυνούς και αστραπές. Έτσι το ιερό αυτό από την αρχή ήταν άγιο.”[32]

Στην ενότητα μας "Αρχαια Ελληνική Θρησκεία " μάθετε ό,τι αφορά την Αρχαία Ελληνική Θρησκεία!!!


* Αν σας άρεσε το άρθρο κάντε ένα like και κοινοποιήστε το στους φίλους σας!


eleysis69
ellinikoskoinotismos